Ορθόδοξη Ρόδος News

Ορθόδοξη Ρόδος - Orthodoxy Rodos - Hellas Orthodoxia Ellinon

Να ξεχωρίζουμε από τους άλλους;


Μελετώντας προσεκτικά την κοινωνική ζωή που μας περιβάλλει, καταλήγουμε αναπόφευκτα στο συμπέρασμα, ότι στις μέρες μας το καθήκον και η αρετή έχουν χάσει την παλιά τους αίγλη. Εκείνο που φαίνεται πως μετράει σήμερα είναι η δύναμη και ο αριθμός. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα αντιληπτό στην πολιτική, κοινωνική και ιδιωτική ζωή των ανθρώπων.

Οι κάθε είδους πιέσεις και αδικίες εύκολα συγχωρούνται στους ισχυρούς της ημέρας. Η διατυμπανιζόμενη πρόοδος και εξέλιξη σκεπάζει και δικαιολογεί πολλά. Συχνά και η πιο δειλή αντίρρηση για κάποιο επίμεμπτο γεγονός χαρακτηρίζεται ως έλλειψη λεπτότητας. Επίσης καταπληκτική επιρροή στην ανθρώπινη σκέψη ασκεί η γνώμη του πλήθους.

Καθετί που σκέφτεται, αποφασίζει και ενεργεί το σύνολο, γίνεται νόμος, στον οποίο υποτάσσονται όλοι και στον οποίο πρέπει να υποκύπτει η ίδια η συνείδηση. Φυσικά, το σύνολο μπορεί κάποτε να έχει δίκιο. Είναι πολλοί, ωστόσο, που έχουν την εντύπωση -και ίσως δεν κάνουν λάθος- ότι τις περισσότερες φορές το πλήθος, ο όχλος, πέφτει έξω.

«Αλλά τι μας ενδιαφέρει;», σκέφτονται πολλοί. «Είναι πιο συνετό να φέρεσαι όπως όλοι· ή, τουλάχιστον, δεν είναι ασυγχώρητο το να μην τηρείται τόσο αυστηρά το καθήκον, αφού και άλλοι δεν το τηρούν. Δεν υπάρχει λόγος να ξεχωρίζουμε από τους άλλους!».

Αυτός ο κανόνας, όμως, είναι ολέθριος, γιατί, κι αν ακόμα σε μερικές περιπτώσεις φαίνεται να μας διευκολύνει, πληρώνουμε αυτή τη διευκόλυνση με τριπλή θυσία: των πεποιθήσεών μας, της ελευθερίας μας και της τιμής μας.

1. Η ΘΥΣΙΑ ΤΩΝ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΩΝ

Όσοι ακολουθούν αυτόν τον κανόνα, συχνά πρέπει να θυσιάσουν πρώτ’ απ’ όλα τις πεποιθήσεις τους. Βέβαια κανείς δεν έχει αντίρρηση, ότι είναι συνήθως αναγκαίο να προσαρμοζόμαστε στις καθημερινές βιοτικές απαιτήσεις και συνθήκες, όταν αυτές δεν προσβάλλουν ούτε την πίστη ούτε τα χριστιανικά ήθη. Ο χριστιανός που εμπνέεται από αληθινή αγάπη προς το συνάνθρωπο είναι πάντα πρόσχαρος προς όλους, ευγενικός, εξυπηρετικός, περιποιητικός και πρόθυμος να υπομείνει όλα όσα δεν έρχονται σε αντίθεση με το πιστεύω του.

Αλλά εδώ ακριβώς σταματάει η μεγαλόψυχη διάθεσή του να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του κόσμου: Ας μην παραδέχονται οι γύρω του ούτε τη θεία αποκάλυψη ούτε τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Ας παρασύρονται στις προκλητικές ενέργειές τους από τη γνώμη του όχλου. Ας καταπατούν χωρίς τύψεις τον θείο και ανθρώπινο ηθικό νόμο. Ας περιφρονούν την ορθόδοξη παράδοσή μας. Ο πιστός χριστιανός θα θρηνεί την πνευματική αναπηρία των συνανθρώπων του, αλλά φυσικά ποτέ δεν θα τους μιμηθεί. Η προσωπική του συνείδηση, φωτιζόμενη και παιδαγωγούμενη από την πίστη, στέκει γι’ αυτόν μοναδικός οδηγός.

Μα και πώς μπορούσε να είναι διαφορετικά; Μήπως η πλάνη παύει να είναι πλάνη, όταν γίνεται αποδεκτή από το σύνολο; Και το κακό που ενεργείται σε ευρεία κλίμακα, δεν παραμένει εξίσου κακό; Και το ηθικό χρέος, έστω ξεχασμένο και απαράδεκτο από τους πολλούς, χάνει άραγε γι’ αυτόν την υπέρχρονη και καθολική του ισχύ;

Ο απόστολος Παύλος τονίζει στους ασταθείς και αμφιταλαντευόμενους χριστιανούς όλων αυτών των εποχών: «Μη συσχηματίζεσθε τω αιώνι τούτω, αλλά μεταμορφούσθε τη ανακαινώσει του νοός υμών, εις το δοκιμάζει τι το θέλημα του Θεού, το αγαθόν και ευάρεστον και τέλειον» (Ρωμ. 12, 2).

Έτσι, αν όλος ο κόσμος λησμόνησε τις θείες αλήθειες και  βυθίστηκε στο κακό -«Ο κόσμος όλος εν τω πονηρώ κείται» (Α’ Ιω. 5, 19)- για να υλοποιηθεί η ευαγγελική διδασκαλία και να πρωτεύσει σε όλα το θέλημα του Θεού, είναι πολύ συχνά και απαραίτητο και φυσικό να ξεχωρίζουμε ακριβώς από εκείνους που το θέλημά τους δεν συμφωνεί με τον θείο νόμο και η ζωή τους δεν χαρακτηρίζεται από χριστιανικό ορθόδοξο πνεύμα.

Στο θέμα αυτό η Παλαιά Διαθήκη μάς προβάλλει ένα εντυπωσιακό παράδειγμα στο πρόσωπο του Τωβίτ.

Ζούσε στην εποχή που οι Εβραίοι, ξεχνώντας τις αμέτρητες ευεργεσίες του Θεού, ξέπεσαν στην ειδωλολατρική πλάνη. Η αποστασία γενικεύθηκε τόσο, που θα μπορούσαν να ισχύσουν για την εποχή εκείνη τα λόγια του προφητάνακτος Δαβίδ: «Πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν, ουκ έστι ποιών χρηστότητα, ουκ έστιν έως ενός» (Ψαλμ. 13, 3).

Και όμως, μέσα στον πλανεμένο όχλο ο Τωβίτ παραμένει ακλόνητος στην πίστη και στις παραδόσεις των προγόνων του και στον θεοδίδακτο νόμο του όρους Σινά. Όταν όλοι έτρεχαν να προσκυνήσουν το χρυσό μοσχάρι, ο Τωβίτ πήγαινε στο Ναό των Ιεροσολύμων για να λατρεύσει τον αληθινό Θεό, προσφέροντας τις απαρχές των αγρών του και το δέκατο όλων των εισοδημάτων του.

Ήρθαν έπειτα τα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς φορτωμένα δοκιμασίες -αιχμάλωτος στη χώρα των Ασσυρίων-, αλλά ούτε τώρα προδίνει την οδό της αληθείας. Παραμένει σταθερά προσηλωμένος στον πατροπαράδοτο νόμο. Έτσι, ενώ όλοι έτρωγαν τα απαγορευμένα από τον θείο νόμο σφάγια των ειδωλολατρικών θυσιών, τα ειδωλόθυτα, αυτός ούτε μια φορά δεν κάνει «ό,τι κάνουν όλοι».

Αλλά εκεί που κορυφώνεται η μαρτυρία πίστεως του Τωβίτ, μέσα στο ειδωλοκρατούμενο γένος του, είναι ριψοκίνδυνη και διαμετρικά αντίθετη τακτική που ακολουθεί -συγκρητικά με τους δειλούς συμπατριώτες του- στο καίριο για την ισραηλιτική συνείδηση θέμα της ταφής των νεκρών: Αψηφώντας όχι πια απλώς κοινή γνώμη, σχόλια και ειρωνείες, αλλά και αυτήν ακόμα τη διαταγή των τυράννων, που απαγόρευε με ποινή θανάτου την ταφή των νεκρών Ισραηλιτών, εγκατέλειπε κάθε σούρουπο το φτωχικό του, για να επιτελέσει -μόνος αυτός- το ύστατο ιερό χρέος, κηδεύοντας όσα άταφα πτώματα των δύστυχων σκλάβων ομοφύλων του έβρισκε.

Είναι γνωστές από την Αγία Γραφή οι ευλογίες με τις οποίες τον αντάμειψε ο Κύριος -όχι πάντως αμέσως, αλλ’ αφού πρώτα δοκίμασε επί πολύ την άκαμπτη και ανδρεία εμμονή του στον θείο νόμο και κάτω από τις πιο απελπιστικά αντίξοες περιστάσεις.

Παρόμοια καλούμαστε κι εμείς, μέσ’ από τις (θεληματικά ή, συνήθως, αθέλητα) στρατευμένες κατά της πίστεως και της Εκκλησίας του Χριστού επιβλητικές σε όγκο μάζες, να ξεμακρύνουμε -θαρραλέες μονάδες-, να ξεχωρίσουμε από τους άλλους. «Εξέλθατε εκ μέσου αυτών και αφορίσθητε», γράφει ο απόστολος Παύλος (Β’ Κορ. 6,17). Και σχολιάζει ο ιερός Χρυσόστομος: «Ας δεχθούμε τη συμβουλή του δασκάλου της οικουμένης και ας σκεφθούμε ποιοι θέλει να είναι οι χριστιανοί· πώς θέλει να είναι ξένοι προς την παρούσα ζωή, όχι για να κατοικήσουν κάπου έξω και μακριά απ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά, ενώ θα ζουν μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο και θα τον συναναστρέφονται, δεν θα ζουν όπως ζει ο κόσμος, γι’ αυτό και θα λάμπουν σαν τα αστέρια και θα δείχνουν στους απίστους με τα έργα τους ότι μετατόπισαν τον εαυτό τους σε άλλη πολιτεία, και ότι δεν έχουν τίποτε το κοινό προς τη γη και τα εγκόσμια πράγματα». Δεν θα θυσιάσουμε, λοιπόν, οι χριστιανοί, για μια ταπεινή ευαρέσκεια εκείνων που παρανομούν, καμιά από τις αρχές και πεποιθήσεις μας, ούτε το ‟γιώτα” ή την ‟κεραία” της εκκλησιαστικής μας ζωής.

2. Η ΘΥΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Είναι αξιοπαρατήρητο ότι τον επιζήμιο κανόνα «δεν πρέπει να ξεχωρίζουμε από τους άλλους» τον ακολουθούν συνηθέστερα, άνθρωποι, που πολύ τους αρέσει να ονομάζονται «φιλελεύθεροι», χωρίς να συνειδητοποιούν ότι με την ένταξή τους σ’ αυτό το μαζικό καλούπι αρνούνται την προσωπική τους ελευθερία και αυτοπαραδίνονται σε μια ταπεινωτική σκλαβιά.

Πολύ σωστά γράφει και πάλι ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Ο όχλος είναι,δυστυχώς, κύριός μας και φοβερός τύραννος… Ο πολύς όχλος, ο άτακτος και τιποτένιος, δεν έχει ανάγκη να δώσει διαταγές, αλλά αρκεί μόνο να μας δείξει τις προτιμήσεις του και αμέσως υπακούομε σε όλα. Και πώς, λένε, μπορεί να αποφύγει κανείς αυτούς τους δυνάστες; Αν αποκτήσει φρόνημα ανώτερο απ’ αυτούς, αν εξετάσει προσεκτικά τη φύση των πραγμάτων, αν περιφρονήσει τη γνώμη των πολλών, αν πριν απ’ όλα ασκήσει τον εαυτό του, ώστε, προκειμένου για θέματα που είναι πραγματικά αισχρά, να μη φοβάται τους ανθρώπους, αλλά το ακοίμητο μάτι του Θεού, και προκειμένου για αγαθά θέματα να επιδιώκει και πάλι τα στεφάνια που δίνει Εκείνος».

Απροκάλυπτα ας αναρωτηθεί καθένας μας: Ένας άνθρωπος που φοβάται να ξεχωρίζει από τους άλλους, που δεν τολμάει να φανερώνει έμπρακτα τις πεποιθήσεις του, είναι πραγματικά ελεύθερος; Θα ήταν ευτυχής, αν μπορούσε να εκδηλωθεί αδίσταχτα, σύμφωνα με τη φωνή της συνειδήσεώς του, αλλά δεν τολμάει. Δεν είναι ελεύθερος. Είναι δέσμιος στην ‟κοινή γνώμη ”. Και μόνη η απλή παρουσία προσώπων με αντίθετες απόψεις τον παραλύει.

Είναι πολύ τολμηρός και φέρεται όπως του υπαγορεύει η συνείδησή του, όταν είναι μόνος ή σε περιβάλλον που συμμερίζεται τα πιστεύματά του. Αλλά ρίξτε μια ματιά, όταν βρίσκεται μέσα στο ανερμάτιστο πλήθος. Δεν τον αναγνωρίζετε! Είναι άλλος άνθρωπος: Σκέφτεται και ζει όπως όλοι. Αρνείται την προσωπικότητά του, την ελευθερία της σκέψεως και συνειδήσεώς του. Είναι ένας δούλος και μάλιστα ο πιο δυστυχισμένος από τους δούλους.

Η διατύπωση αυτή δεν κρύβει σχήμα υπερβολής. Μήπως υπάρχει απαισιότερη μορφή δουλείας από το να μην μπορείς να εκφράσεις ό,τι νιώθεις και να εκδηλωθείς όπως ποθείς;

Εκείνος που κρατιέται δέσμιος από τέτοια ψυχολογικά συμπλέγματα, συχνά αναγκάζεται να ταπεινωθεί πάρα πολύ. Ο φόβος «μην ξεχωρίσει από τους άλλους» πιεστικά τον αναγκάζει να συμμετέχει κάποτε σε ψυχοφθόρες συζητήσεις ή να χαμογελάει άλλοτε σε βλάσφημα και αισχρά αστεία κατά της πίστεως. Μια τέτοια τακτική, όμως, δεν είναι μόνο ανελεύθερη, αλλά φτάνει σε πλήρη εξευτελισμό της προσωπικότητας.

Να, λοιπόν, με ποιες αναπόφευκτες συνέπειες συνοδεύεται ο κανόνας «δεν υπάρχει λόγος να ξεχωρίζουμε από τους άλλους, αλλά καλύτερα να φερόμαστε όπως όλοι».

Τελείως διαφορετικά συμπεριφέρονταν οι πρώτοι χριστιανοί και οι μάρτυρες. Μπροστά στο βήμα των αιμοχαρών δικαστών και μπροστά στα οργισμένα εχθρικά πλήθη δεν δίσταζαν να ομολογούν θαρραλέα την πίστη τους στον Κύριο Ιησού Χριστό.

Ρωτούσαν το χριστιανό:
― Πώς ονομάζεσαι;
― Χριστιανός! απαντούσε.
― Ποιο είναι το επάγγελμά σου;
― Χριστιανός!
― Η πατρίδα σου;
― Χριστιανός!...

Πάντα η ίδια μεγαλειώδης και ανδρεία απάντηση, που συχνά έφερνε σε δύσκολη θέση τους διώκτες, κάποτε τους προβλημάτιζε και όχι σπάνια τους οδηγούσε στον Χριστό.
Αυτό είναι το γνήσιο χριστιανικό πνεύμα: Πνεύμα ειλικρίνειας, σταθερότητας, αληθινής ελευθερίας, πνεύμα διαμετρικά αντίθετο προς την ταπεινωτική θεωρία του «δεν υπάρχει λόγος να ξεχωρίζουμε από τους άλλους». Ο Θεός δεν «έδωκεν ημίν πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως» (Β’ Τιμ. 1, 7).

3. ΘΥΣΙΑ ΤΙΜΗΣ

Αλλά, άραγε, αυτή η τακτική του χαμαιλεοντισμού, απογυμνώνοντας το χριστιανό από τις αρχές του κι από την ίδια του την αυτοελευθερία, του εξασφαλίζει τουλάχιστον την εκτίμηση και το σεβασμό των άλλων, όπου και αποβλέπει κυρίως; Θα ήταν τελείως αψυχολόγητο να υποθέσουμε κάτι τέτοιο. Η κοινή γνώμη στα πνευματικά θέματα -το είπαμε ήδη- πέφτει πολύ έξω. Ποτέ, ωστόσο, δεν αμείβει με την υπόληψή της χαρακτήρες αμφιταλαντευόμενους. Οι άνθρωποι -πώς να το κάνουμε;- αγαπούν και μάλιστα θαυμάζουν, έστω ενδόμυχα, τις σταθερές και ξεκαθαρισμένες πεποιθήσεις, και ο σεβασμός τους είναι βαθύς για κείνους που στέκουν ασάλευτοι στις αρχές τους.

Αυτό ίσχυε ακόμα και στον ειδωλολατρικό κόσμο. Ένας προχριστιανός ακριβώς σοφός, θέλοντας να δώσει την εικόνα του ενάρετου ανθρώπου, τονίζει ότι τίποτα δεν μπορεί να τον απομακρύνει από την εκπλήρωση του καθήκοντος· ούτε η παντοδυναμία των τυράννων, ούτε η πίεση της κοινής γνώμης ούτε ακόμα η καταστροφή ολόκληρης της… οικουμένης!
Πολύ πειστική για την αλήθεια όσων υποστηρίζουμε σ’ αυτό το σημείο είναι μια ενέργεια του ειδωλολάτρη αυτοκράτορα Κωνστάντιου του Χλωρού: Θέλοντας να δοκιμάσει τους χριστιανούς αξιωματικούς της ακολουθίας του, τους ανακοίνωσε ότι θα κρατήσει κοντά του μόνο αυτούς που θ’ αρνηθούν αμέσως τη χριστιανική τους πίστη. Μερικοί τότε, κάνοντας ένα βήμα μπροστά, δήλωσαν ότι είναι έτοιμοι ν’ αρνηθούν. Και τότε ο Κωνστάντιος, ρίχνοντάς τους μια περιφρονητική ματιά, τους έδιωξε ως ανάξιους της εμπιστοσύνης του.

Το ίδιο υποτιμητικό βλέμμα, είτε έκδηλο είτε υποκριτικά καλυμμένο, είναι η αμοιβή των δειλών και μικρόψυχων, που είναι έτοιμοι σ’ ένα ειρωνικό μειδίαμα να προδώσουν τις αρχές τους. Οι άνθρωποι τους περιφρονούν, ενώ, αντίθετα, σέβονται εκείνους που τίποτα δεν είναι ικανό να τους απομακρύνει από τον χριστιανικό τρόπο ζωής, που οι ίδιοι έχουν επιλέξει. Κι όχι μόνο τους σέβονται, αλλά κάποτε είναι έτοιμοι να τους μιμηθούν.

Ένα γεγονός πάνω σ’ αυτό: Σε κάποιο πολυτελές ξενοδοχείο παρατέθηκε επίσημο γεύμα. Ήταν περίοδος νηστείας. Όλοι έτρωγαν αρτύσιμα φαγητά. Κάποιος, όμως, παράγγειλε νηστίσιμο, με συνέπεια να εισπράξει πολλά ειρωνικά χαμόγελα και σχόλια προσβλητικά. Το ήρεμο, ωστόσο, και γεμάτο αυτοπεποίθηση φέρσιμο του νηστευτή και οι σοβαρές και έξυπνες απαντήσεις του πολύ γρήγορα ανάγκασαν τους επιπόλαιους συνδαιτημόνες να σωπάσουν. Ένας, μάλιστα, σηκώθηκε από τη θέση του και, εκφράζοντας το θαυμασμό του για τη σταθερότητα που είχε στις αρχές του ο πρώτος, πρόσθεσε: «Δεν επιθυμώ εσείς μόνο να έχετε απόψε νηστήσιμο φαγητό. Είμαι κι εγώ ορθόδοξος χριστιανός και από σήμερα θ’ ακολουθήσω το παράδειγμά σας». Κι έδωσε αμέσως εντολή να του σερβίρουν νηστήσιμο φαγητό.

* * *

Πρέπει να αντιληφθούμε ότι αποτελεί μεγάλο κίνδυνο για τη χριστιανική ζωή η πλατιά διάδοση στις μέρες μας της νοοτροπίας: «Δεν υπάρχει λόγος να ξεχωρίζουμε από τους άλλους».

Αξίζει να θυμηθούμε ότι ο ειδωλολάτρης φιλόσοφος Πλάτων, τον 5ο π.Χ. αιώνα, επισημαίνει αυτόν τον κίνδυνο για την ηθική ζωή στο πρόσωπο του Σωκράτη. Στο διάλογο «Κρίτων» προσωποποιεί αυτή τη μικρόψυχη έγνοια «μην τυχόν έρθουμε σε αντίθεση με τη γνώμη των πολλών» στη μορφή του μαθητή του Σωκράτη Κρίτωνα. Αλλά ο Σωκράτης του απαντάει: «Ου… πανυ ημίν φροντιστέον τι ερούσιν οι πολλοί ημάς, αλλ’ ό,τι ο επαΐων περί των δικαίων και αδίκων, ο εις και αυτή η αλήθεια».

Δηλαδή: Δεν πρέπει καθόλου να νοιαζόμαστε τι θα πουν για μας οι πολλοί, αλλά τι θα πει ο γνώστης του τι είναι δίκαιο και τι άδικο, ο ένας, όχι οι πολλοί, και αυτή η Αλήθεια.

Μιλώντας σχεδόν προφητικά ο Σωκράτης, εκτός που αδιαφορεί αν θα ξεχωρίσει από τους πολλούς, δίνει το βάρος στη γνώμη του ενός, του εκλεκτού, που στην περίπτωσή μας δεν είναι παρά ο Θεός, ο «Εις και αυτή η Αλήθεια».

Όσοι όμως θεωρούν τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα «ξεπερασμένους», καθώς ακόμα και τον άλλο σοφό, που είπε «εις εμοί μυρίοι, όταν άριστος η», ας αναπαύσουν την πρωτοποριακή σκέψη τους στον «πρωτοποριακό» Ευγένιο Ιονέσκο και συγκεκριμένα στους «Ρινόκερούς» του, που μας μεταφέρουν το ίδιο μήνυμα, τη δυσπιστία δηλαδή του Σωκράτη στη γνώμη των πολλών και, ακόμα πιο κοντά μας, την αποστολική προτροπή «μη συσχηματίζεσθε τω αιώνι τούτω» (Ρωμ. 12, 2).

Θυμίζουμε ότι στο έργο του αυτό ο διάσημος θεατρικός συγγραφέας παρουσιάζει αλληγορικά κάποιες μεμονωμένες στην αρχή περιπτώσει ανθρώπων, που, ακολουθώντας έναν αρκετά κτηνώδη τρόπο ζωής, έπαιρναν κι εξωτερικά τη μορφή του ρινόκερου, επισύροντας βέβαια τον ανατριχιαστικό αποτροπιασμό και τη φρίκη της «καλής κοινωνίας». Αργότερα, όμως, τα κρούσματα αυτά των μεταμορφώσεων πλήθαιναν, ώσπου οι τελευταίου που δεν μεταμορφώθηκαν κι απόμειναν άνθρωποι, να δέχονται τα βέλη της… ρινόκερης ειρωνείας και περιφρονήσεως και να νιώθουν κομπλεξικοί γιατί ήταν «αλλιώτικοι από τους άλλους», γιατί δηλαδή δεν έγιναν κι αυτοί ρινόκεροι!

Ανάμεσα στη διδασκαλία του πλατωνικού Κρίτωνα και στο πρωτοποριακό μήνυμα του Ιονέσκο, για μας, τους χριστιανούς, κεντρική, χρονικά και αξιολογικά, θέση κατέχει μια θαυμαστή προφητεία του αγράμματου καθηγητή της ερήμου Μεγάλου Αντωνίου, που διαβάζουμε στο Γεροντικό:

«Είπεν ο αββάς Αντώνιος ότι έρχεται καιρός ίνα οι άνθρωποι μανώσι, και επάν ίδωσί τινα μη μαινόμενον, επαναστήσονται αυτώ λέγοντες, ότι συ μαίνη, διά το μη είναι όμοιον αυτοίς».

Είπε ο αββάς Αντώνιος ότι θα ‘ρθει καιρός που οι άνθρωποι θα τρελαθούν· κι αν δουν κανέναν γνωστικό, θα τα βάλουν μαζί του λέγοντας, «εσύ τρελάθηκες», επειδή δεν θα είναι όμοιος μ’ αυτούς.

Αν δεν την περπατάμε ήδη αυτή την εποχή της προφητείας, οπωσδήποτε είμαστε πολύ κοντά της. Και, βέβαια, δεν πρέπει ν’ αποτελεί φιλοδοξία μας η τρέλα, έστω και ομαδική. Ας είμαστε έτοιμοι ν’ ακούσουμε πολλές φορές με φιλόσοφο απάθεια το «εσύ τρελάθηκες».

Πάντως η συλλογική πείρα μας, που δεν είναι και τόσο μικρή, πείθει ότι αυτοί οι μεμονωμένοι και λίγοι, που δεν παρασύρθηκαν από το ρεύμα της μαζοποιήσεως των ιδεών -κοινωνικών, πολιτικών, θρησκευτικών-, δεν είναι και τόσο λίγοι, αλλά είναι, ομολογουμένως, μεμονωμένοι.

Βέβαια, μια πολύ μεγάλη μερίδα του κόσμου -όχι «όλος ο κόσμος»- αδιαφορεί για τις πνευματικές αξίες, αγνοεί τη φωνή της συνειδήσεως και ποδοπατεί τον αιώνιο νόμο του Θεού.

Υπάρχουν, όμως, πάρα πολλοί, και μάλιστα ανάμεσα στους νέους, όσο δεν το υποψιαζόμαστε, που δεν υποτάχθηκαν στη νοοτροπία του όχλου και στην ισοπέδωση της προωθούμενης παγκοσμιοποιήσεως, που δεν καταδέχτηκαν να προδώσουν τις αρχές τους για μια ψεύτικη κοινωνικότητα, που δεν «έκλιναν γόνυ τη Βάαλ», που έμειναν πιστοί στη λατρεία του Κυρίου Ιησού Χριστού και ασυμβίβαστοι στο εκκλησιαστικό άθλημα της αρετής. Μόνο που, καθώς είπαμε, ενώ δεν είναι τόσο λίγοι, είναι «μεμονωμένοι» και στους πολλούς -που έχουν ανάγκη από τέτοια στηρίγματα- άγνωστοι.

Είναι αλήθεια ότι «το καλό δεν κάνει θόρυβο». Συμφωνούμε. Είναι αλήθεια ότι το «λείμμα Κυρίου», που δεν συσχηματίσθηκε «τω αιώνι τούτω» δεν είναι -δεν πρέπει να είναι- επιδεικτικό. Αλλά, επιτέλους, ας μην είναι και… ντροπαλό!

Όσοι, λοιπόν, έχουμε λίγο ως πολύ επηρεαστεί από την ολέθρια θεωρία του «δεν υπάρχει λόγος να ξεχωρίζουμε από τους άλλους», είναι επιτακτική ανάγκη των καιρών να την απορρίψουμε το συντομότερο. Χωρίς μεγάλα λόγια, η στάση μας, καθώς αυτή απορρέει από το γνήσιο εκκλησιαστικό μας βίωμα, ας είναι το «κατηγορώ» της θεωρίας αυτής.

Τηρώντας σταθερά τις φωτεινές εντολές της πίστεως και της Εκκλησίας μας, χωρίς την ένοχη ντροπή, γεμάτοι θάρρος, είναι σίγουρο πως σύντομα θ’ απολαύσουμε την εκτίμηση, την εμπιστοσύνη και το σεβασμό των συνανθρώπων μας. Αλλά, και αν αυτό δεν γίνει, ο ίδιος ο Κύριος θα μας δώσει πλουσιοπάροχα την αμοιβή της σταθερότητας και της ανδρείας. Αυτόν, λοιπόν, ας ομολογούμε παντού και πάντοτε, «Χριστόν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν, αυτοίς δε τοις κλητοίς, Ιουδαίοις τε και Έλλησι, Χριστόν Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν» (Α’ Κορ. 1, 23-24).

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
Ίσως τα λόγια του Αγίου να έχουν χιλιοδιαβαστεί και να έχουν χιλιοακουστεί. όμως ας διαβάσουμε πάλι με προσοχή το συγκεκριμένο απόσπασμα. το οποίο καταγράφηκε το.........1992!!! Μας αφορά όλους μας. Λαικούς, μοναχούς Μητροπολίτες, πολιτικούς.

 Είχε έρθει στο Καλύβι ένας άθεος μέχρι το κόκκαλο. Αφού είπε διάφορα, μετά μού λέει: «Εγώ είμαι εικονομάχος». Από εκεί πού δεν πίστευε τίποτε, ύστερα έλεγε ότι είναι εικονομάχος. «Βρε αθεόφοβε, τού λέω, εσύ αφού δεν πιστεύεις σε τίποτε, τι μού λες ότι είσαι εικονομάχος; Τότε, τον καιρό τής Εικονομαχίας [2], μερικοί Χριστιανοί από υπερβολικό ζήλο έπεσαν σε πλάνη, έφθασαν στην άλλη άκρη, και μετά ή Εκκλησία τοποθέτησε το θέμα· δεν είναι ότι δεν πίστευαν». Υποστήριζε εν τω μεταξύ όλη την σημερινή κατάσταση. Μαλώσαμε εκεί πέρα. «Καλά, του λέω, κατάσταση είναι αυτή; Δικαστικοί να φοβούνται να δικάσουν, να κάνουν μηνύσεις για εγκληματίες και να τους απειλούν ό ένας και ό άλλος και να αναγκάζονται να τις αποσύρουν; Και τελικά ποιοί κυβερνούν; Σε αναπαύει αυτή ή κατάσταση; Υποστηρίζεις αυτούς; Εσύ είσαι εγκληματίας. Γι' αυτό ήρθες; Άντε, φύγε Από εδώ!». Τον έδιωξα. - Γέροντα, δεν φοβάστε έτσι πού μιλάτε; - Τι να φοβηθώ; Τον τάφο μου τον έχω ανοίξει. Αν δεν τον είχα ανοίξει, θα με απασχολούσε πού θα κουραζόταν ό άλλος να σκάψει. Τώρα θα χρειασθεί να ρίξει μόνο λίγους τενεκέδες χώμα... 'Έχω ύπ' όψιν μου έναν άλλον άθεο, έναν βλάσφημο, πού τον αφήνουν στην τηλεόραση και μιλάει, ενώ έχει πεί τά πιο βλάσφημα λόγια για Τον Χριστό καί την Παναγία. Δεν παίρνει καί ή Εκκλησία μιά θέση να αφορίση μερικούς. Αυτούς έπρεπε να τους αφορίζη ή Εκκλησία. Λυπούνται Τον αφορισμό! - Γέροντα, τι θα καταλάβουν με τον αφορισμό, αφού τίποτε δεν παραδέχονται; - Τουλάχιστον να φανεί ότι ή Εκκλησία παίρνει μιά θέση. - Ή σιωπή της, Γέροντα, είναι σαν να τά αναγνωρίζει; - Ναι. Έγραψε ένας κάτι βλάσφημα για την Παναγία καί κανείς δεν μίλησε. Λέω σε κάποιον: «εν είδες τι γράφει εκείνος;». «Έ, τι να τους κάνης, μού λέει. Θα λερωθείς, αν ασχοληθείς μαζί τους». Φοβούνται να μιλήσουν. - Τι είχε να φοβηθεί, Γέροντα; - Να μη γράψουν τίποτε γι' αυτόν καί εκτεθεί, καί ανέχεται να βλασφημήται ή Παναγία! Να μη θέλουμε να βγάλει ό άλλος το φίδι από την τρύπα, για να έχουμε εμείς την ησυχία μας. Αυτό είναι έλλειψη αγάπης. Ύστερα αρχίζει ό άνθρωπος να κινείται από συμφέρον. Γι' αυτό βλέπεις ένα πνεύμα σήμερα: «Με τον τάδε να έχουμε σχέσεις, για να μας λέει καλά λόγια. Με τον άλλο να τά έχουμε καλά, για να μη μας διασύρει κ.λπ. Να μη μας πάρουν για κορόϊδα, να μη γίνουμε θύματα». Άλλος αδιαφορεί και δεν μιλάει. «Να μη μιλήσω, λέει, για να μη με γράψουν οι εφημερίδες». Οι περισσότεροι δηλαδή είναι τελείως αδιάφοροι. Τώρα άρχισε λίγο κάτι να γίνεται - τόσον καιρό δεν έγραφε κανένας τίποτα. Είχα βάλει τις φωνές πριν από χρόνια σε κάποιον στο Άγιον Όρος. «Πολύ πατριωτισμό έχεις», μού λέει. Πριν από λίγο καιρό ήρθε και με βρήκε: «Όλα τά διέλυσαν, μού λέει, οικογένεια, παιδεία...». Τού λέω καί εγώ με την σειρά μου: «Πολύ πατριωτισμό έχεις!» Όλη αυτή ή κατάσταση έχει κάνει ένα κακό καί ένα καλό. Το κακό είναι ότι καί εκείνοι πού είχαν κάτι μέσα τους, άρχισαν να αδιαφορούν, γιατί λένε: «Εγώ θα σιάξω την κατάσταση;». Το καλό είναι ότι πολλοί άρχισαν να προβληματίζονται καί να αλλάζουν. Μερικοί έρχονται καί με βρίσκουν καί προσπαθούν να δικαιολογήσουν ένα κακό πού έκαναν προηγουμένως, γιατί έχουν προβληματισθεί. - Δηλαδή, Γέροντα, πρέπει πάντα να ομολογούμε το «πιστεύω» μας; - Χρειάζεται διάκριση. Είναι φορές πού δεν πρέπει να μιλήσουμε καί άλλες φορές πού πρέπει να ομολογούμε με παρρησία το «πιστεύω» μας, γιατί φέρουμε ευθύνη, αν δεν μιλήσουμε. Σ' αυτά τά δύσκολα χρόνια ό καθένας μας πρέπει να κάνη ότι γίνεται ανθρωπίνως καί ότι δεν γίνεται ανθρωπίνως να το αφήνει στον Θεό. Έτσι θα έχουμε ήσυχη την συνείδηση μας ότι κάναμε εκείνο πού μπορούσαμε. Αν δεν αντιδράσουμε, θα σηκωθούν οι προγονοί μας από τους τάφους. Εκείνοι υπέφεραν τόσα για την πατρίδα και εμείς τι κάνουμε γι' αυτήν; Ή Ελλάδα, ή Ορθοδοξία, με την παράδοση της, τους Αγίους και τους ήρωες της, να πολεμήται από τους ίδιους τους Έλληνες και εμείς να μη μιλάμε! Είναι φοβερό! Είπα σε κάποιον. «Γιατί δεν μιλάτε; Τι είναι αυτά πού κάνει ό τάδε;». «Τι να πεις, μού λέει, αυτός όλος βρωμάει». «Αν βρωμάει όλος, γιατί δεν μιλάτε; Χτυπήστε τον». Τίποτε, τον αφήνουν. Έναν πολιτικό τον έφτυσα. «Πες, τού λέω, "δεν συμφωνώ μ' αυτό". Τίμια πράγματα. Θέλεις να εξυπηρετηθείς εσύ καί να ρημάξουν όλα;». Αν οι Χριστιανοί δεν ομολογήσουν, δεν αντιδράσουν, αυτοί θα κάνουν χειρότερα. Ενώ, αν αντιδράσουν, θα το σκεφθούν. 'Αλλά και οι σημερινοί Χριστιανοί δεν είναι για μάχες. Οι πρώτοι Χριστιανοί ήταν γερά καρύδια· άλλαξαν όλο τον κόσμο. Καί στην βυζαντινή εποχή μιά εικόνα έβγαζαν από την Εκκλησία καί αντιδρούσε ό κόσμος. Εδώ ό Χριστός σταυρώθηκε, για να αναστηθούμε εμείς, καί εμείς να αδιαφορούμε! Αν ή Εκκλησία δεν μιλάει, για να μην έρθει σε ρήξη με το κράτος, αν οι μητροπολίτες δεν μιλούν, για να τά έχουν καλά με όλους, γιατί τους βοηθάνε στα ιδρύματα κ.λπ., οι Αγιορείτες πάλι αν δεν μιλούν, για να μην τους κόψουν τα επιδόματα [3], τότε ποιος θα μιλήσει; Είπα σε κάποιον ηγούμενο: «Αν σας πουν ότι θα σάς κόψουν τα επιδόματα, να πείτε: "Θα κόψουμε καί εμείς την φιλοξενία", για να προβληματισθούν». Οι καθηγητές της Θεολογίας κ.λπ. δεν φωνάζουν, γιατί λένε: «Είμαστε υπάλληλοι· θα χάσουμε τον μισθό μας, καί μετά πώς θα ζήσουμε;». Τά μοναστήρια εν τω μεταξύ τά έπιασαν με τις συντάξεις. Γιατί εγώ δεν θέλω να πάρω ούτε αυτήν την ταπεινή σύνταξη τού Ο.Γ.Α.; Ακόμη και ασφαλισμένο σε μιά ασφάλεια τού Ο. Γ. Α. να τον έχουν τον μοναχό, και αυτό δεν είναι τίμιο. Να τον έχουν ασφαλισμένο ως άπορο, Ναι· αυτό τον τιμά. "Αλλά να τον έχουν ασφαλισμένο στον Ο.Γ.Α., γιατί; Ό μοναχός άφησε μεγάλες συντάξεις, έφυγε από τον κόσμο και ήρθε στο μοναστήρι, και να πάρει πάλι σύνταξη! Και να φθάνουμε για την σύνταξη να προδώσουμε Τον Χριστό!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

«Ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί 
οι μη έχοντες ελπίδα» [49]


Θάνατος παιδιών

- Μια μάνα, Γέροντα, που το παιδί της πέθανε πριν από εννέα χρόνια, σας παρακαλεί να κάνετε προσευχή να το δη έστω στον ύπνο της, για να παρηγορηθή.

- Πόσων χρόνων ήταν το παιδί; ήταν μικρό; Είναι σημαντικό αυτό. Άμα το παιδί ήταν μικρό και η μητέρα είναι σε κατάσταση που, αν της παρουσιασθή, δεν θα αναστατωθή, θα παρουσιασθή. Αιτία είναι η μητέρα που δεν παρουσιάζεται το παιδί.

- Μπορεί, Γέροντα, αντί να παρουσιασθή το παιδί στην μητέρα που το ζητάει, να παρουσιασθή σε κάποιον άλλον; (1)

- Πως δεν μπορεί! Κανονίζει ανάλογα ο Θεός. Όταν ακούω για τον θάνατο κάποιου νέου, λυπάμαι, αλλά λυπάμαι ανθρωπίνως. Γιατί, αν εξετάσουμε τα πράγματα πιο βαθιά, θα δούμε ότι, όσο μεγαλώνει κανείς, και περισσότερο αγώνα πρέπει να κάνη, αλλά και περισσότερες αμαρτίες προσθέτει. Ιδίως όταν είναι κοσμικός, όσο περνούν τα χρόνια, αντί να βελτιώση την πνευματική του κατάσταση, την χειροτερεύει με τις μέριμνες, με τις αδικίες κ.λπ. Γι’ αυτό είναι πιο κερδισμένος, όταν τον παίρνη ο Θεός νέο.

-Γέροντα, γιατί ο Θεός επιτρέπει να πεθαίνουν τόσοι νέοι άνθρωποι;

- Κανείς δεν έχει κάνει συμφωνία με τον Θεό πότε θα πεθάνη. Ο Θεός τον κάθε άνθρωπο τον παίρνει στην καλύτερη στιγμή της ζωής του, με έναν ειδικό τρόπο, για να δώση την ψυχή του. Εάν δη ότι κάποιος θα γίνη καλύτερος, τον αφήνει να ζήση. Εάν δη όμως ότι θα γίνη χειρότερος, τον παίρνει, για να τον σώση. Μερικούς πάλι που έχουν αμαρτωλή ζωή, αλλά έχουν την διάθεση να κάνουν καλό, τους παίρνει κοντά Του, πριν προλάβουν να το κάνουν, επειδή ξέρει ότι θα έκαναν το καλό, μόλις τους δινόταν η ευκαιρία. Είναι δηλαδή σαν να τους λέη: «Μην κουράζεσθε· αρκεί η καλή διάθεση που έχετε». Άλλον, επειδή είναι πολύ καλός, τον διαλέγει και τον παίρνει κοντά Του, γιατί ο Παράδεισος χρειάζεται μπουμπούκια.(2)

Φυσικά οι γονείς και οι συγγενείς είναι λίγο δύσκολο να το καταλάβουν αυτό. Βλέπεις, πεθαίνει ένα παιδάκι, το παίρνει αγγελούδι ο Χριστός, και κλαίνε και οδύρονται οι γονείς, ενώ έπρεπε να χαίρωνται, γιατί που ξέρουν τι θα γινόταν, αν μεγάλωνε; Θα μπορούσε άραγε να σωθή; Όταν του 1924 φεύγαμε από την Μικρά Ασία με το καράβι, για να έρθουμε στην Ελλάδα, εγώ ήμουν βρέφος. Το καράβι ήταν γεμάτο πρόσφυγες και, όπως με είχε η μητέρα μου μέσα στις φασκιές, ένας ναύτης πάτησε επάνω μου. Η μάνα μου νόμισε ότι πέθανα και άρχισε να κλαίη. Μια συγχωριανή μας άνοιξε τις φασκιές και διαπίστωσε ότι δεν είχα πάθει τίποτε. Αν πέθαινα τότε, σίγουρα θα πήγαινα στον Παράδεισο. Τώρα που είμαι τόσων χρονών και έχω κάνει τόση άσκηση, δεν είμαι σίγουρος αν πάω στον Παράδεισο.(3)

Αλλά και τους γονείς βοηθάει ο θάνατος των παιδιών. Πρέπει να ξέρουν ότι από εκείνη την στιγμή έχουν έναν πρεσβευτή στον Παράδεισο. Όταν πεθάνουν, θα ‘ρθούν τα παιδιά τους με εξαπτέρυγα στην πόρτα του Παραδείσου να υποδεχθούν την ψυχή τους. Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό! Στα παιδάκια πάλι που ταλαιπωρήθηκαν εδώ από αρρώστιες ή από κάποια αναπηρία ο Χριστός θα πη: «Ελάτε στον Παράδεισο και διαλέξτε το καλύτερο μέρος». Και τότε εκείνα θα Του πουν: «Ωραία είναι εδώ, Χριστέ μας, αλλά θέλουμε και την μανούλα μας κοντά μας». Και ο Χριστός θα τα ακούση και θα σώση με κάποιον τρόπο και την μητέρα.(4)

Βέβαια δεν πρέπει να φθάνουν οι μητέρες και στο άλλο άκρο. Μερικές μανάδες πιστεύουν ότι το παιδί τους που πέθανε αγίασε και πέφτουν σε πλάνη. Μια μητέρα ήθελε να μου δώση κάτι από τον γιο της που είχε πεθάνει, για ευλογία, γιατί πίστευε ότι αγίασε. «Έχει ευλογία, με ρώτησε, να δίνω τα πράγματά του;» «Όχι, της είπα, καλύτερα να μη δίνης». Μια άλλη είχε κολλήσει την Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ στον Εσταυρωμένο την φωτογραφία του παιδιού της που το είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί και έλεγε: «Και το παιδί μου σαν τον Χριστό έπαθε». Οι γυναίκες που κάθονταν και ξενυχτούσαν στον Εσταυρωμένο την άφησαν, για να μην την πληγώσουν. Τι να έλεγαν; Πληγωμένη ήταν.(5)

Παρηγοριά στους πενθούντες

- Πόση δύναμη χρειάζονται, Γέροντα, οι άνθρωποι, για να αντιμετωπίσουν τον αιφνίδιο θάνατο!

- Άμα έχουν συλλάβει το βαθύτερο νόημα της ζωής, βρίσκουν την δύναμη να αντιμετωπίσουν τον θάνατο, γιατί τον αντιμετωπίζουν πνευματικά. Με τα μηχανάκια πόσα παιδιά καταστρέφονται! Πόσα παλληκάρια σκοτώνονται με τις μοτοσυκλέτες! Σηκώνουν την μοτοσυκλέτα πίσω στην μία ρόδα, οπότε εύκολα τουμπάρουν και σπάζουν το κεφάλι τους. Το θεωρούν κατόρθωμα ποιος θα σηκώση την μοτοσυκλέτα περισσότερο! «Κρατούσα, λέει, σούζα την μοτοσυκλέτα στην πίσω ρόδα και τουμπάρισα». Ο διάβολος, βλέπεις, τι τους βάζει να κάνουν, για να χτυπήσουν στο κεφάλι; Γιατί αλλιώς, ακόμη κι αν είχαν κάποιο ατύχημα, μπορεί να χτυπούσαν αλλού και να μην σακατεύονταν. Για να επιτρέψη όμως ο Θεός την κακία του διαβόλου ή την απροσεξία του άλλου, σημαίνει ότι θα βγη κάτι καλό.(6)

-Τότε, Γέροντα, γιατί η Εκκλησία μας εύχεται «υπέρ του διαφυλαχθήναι» από αιφνίδιο θάνατο[50];

- Εκείνο είναι άλλο. Ζητά από τον Θεό να μη μας βρη ο θάνατος ανέτοιμους.

- Γέροντα, μια μητέρα είναι απαρηγόρητη, γιατί το παιδί της πηγαίνοντας στην δουλειά σκοτώθηκε σε τροχαίο.

- Πες της: «Από κακότητα χτύπησε ο οδηγός το παιδί σου; Όχι. Εσύ, για να σκοτωθή το έστειλες στην δουλειά; Όχι. Να πης λοιπόν ‘’δόξα Σοι ο Θεός’’, γιατί μπορεί να γινόταν ένα αλητάκι και ο Θεός το πήρε στην κατάλληλη ώρα. Τώρα είναι ασφαλισμένο στον Ουρανό. Τι κλαις; Ξέρεις ότι βασανίζεις το παιδί με το κλάμα; Θέλεις να βασανίζεται το παιδί σου ή να χαίρεται; Φρόντισε να βοηθήσης τα άλλα παιδιά που έχεις και είναι μακριά από τον Θεό. Γι’ αυτά να κλαις». Να, και χθες ήρθε μια μητέρα με κλάματα και μου είπε: «Μου πήρε ο Θεός το μονάκριβο παιδί μου», και τα έβαζε με τον Θεό. «Αν το καλοσκεφθής, της είπα, σε τίμησε ο Θεός. Το πήρε κοντά Του αγγελούδι, βαπτισμένο όπως ήταν. Αυτό είναι αγγελούδι και εσύ τα βάζεις με τον Θεό; Αυτό θα βρης μεθαύριο να πρεσβεύη στον Θεό». Μετά που μου μίλησε για την ζωή της, είπε πως μπορούσε να έχη πολλά παιδιά, αλλά, όταν ήταν νέα, δεν ήθελε να έχη παιδιά.(7)

Πόσες μητέρες προσεύχονται και ζητούν να είναι τα παιδιά τους κοντά στον Θεό! «Δεν ξέρω, λένε, τι θα κάνης, Θεέ μου, θέλω να σωθή το παιδί μου· να είναι κοντά Σου». Αν τυχόν όμως ο Θεός δη ότι το παιδί θα παραστρατήση, ότι πηγαίνει στην καταστροφή και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να σωθή, το παίρνει με αυτόν τον τρόπο. Επιτρέπει λ.χ. έναν μεθυσμένο να το χτυπήση με το αυτοκίνητο και να το σκοτώση, και έτσι το παίρνει κοντά Του. Αν υπήρχε περίπτωση να γίνη καλύτερο, θα έφερνε ένα εμπόδιο να αποφύγη το ατύχημα. Μετά ξεμεθάει και αυτός που χτύπησε το παιδί, έρχεται σε συναίσθηση και σε όλη του την ζωή τον πειράζει η συνείδησή του. «Εγκλημάτησα», λέει. Και παρακαλεί συνέχεια τον Θεό να τον συγχωρήση. Σώζεται και αυτός. Η μάνα πάλι με τον πόνο της συμμαζεύεται, σκέφτεται τον θάνατο και ετοιμάζεται για την άλλη ζωή, οπότε σώζεται και αυτή. Βλέπετε πως οικονομάει ο Θεός από την προσευχή της μάνας να σώζωνται ψυχές; Αν όμως οι μητέρες δεν το καταλαβαίνουν αυτό, τα βάζουν με τον Θεό! Τι τραβάει και ο Θεός με εμάς!(8)

Όταν κανείς παύη να αντιμετωπίζη τα πράγματα κοσμικά, βρίσκει ανάπαυση. Γιατί, πως είναι δυνατόν ο άνθρωπος να παρηγορηθή αληθινά, αν δεν πιστέψη στον Θεό και στην αληθινή ζωή, την μετά θάνατον, την αιώνια; Τον καιρό που ήμουν στο Μοναστήρι του Στομίου, ζούσε στην Κόνιτσα μια χήρα γυναίκα, που πήγαινε συνέχεια στο Κοιμητήρι και έσκουζε ώρες ολόκληρες. Τους αναστάτωνε όλους με τις φωνές της. Χτυπιόταν, χτυπούσε το κεφάλι της στην πλάκα του τάφου! Όλο τον πόνο της τον έβγαζε εκεί. Πήγαιναν, την έπαιρναν από εκεί και αυτή ξαναγύριζε. Αυτό γινόταν για χρόνια. Ο άνδρας της είχε σκοτωθή από τους Γερμανούς και η κόρη της, λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα, μόλις έγινε δεκαεννιά χρονών, πέθανε από καρδιά και είχε μείνει μόνη της η φουκαριάρα. Αν το δη κανείς αυτό εξωτερικά, θα πη: «Γιατί να το επιτρέψη ο Θεός;». (9)Και αυτή έτσι εξωτερικά το αντιμετώπιζε και δεν μπορούσε να παρηγορηθή. Μια φορά που πήγα να δω τι συμβαίνει, μου έλεγε: «Γιατί ο Θεός το έκανε αυτό; Ο άνδρας μου σκοτώθηκε στον πόλεμο. Είχα μια κόρη, μου την πήρε και αυτή...». Έλεγε-έλεγε, τα έβαζε με τον Θεό. Αφού την άφησα να ξεσπάση λίγο, της είπα: «Να σου πω κι εγώ κάτι. Τον άνδρα σου τον ήξερα· ήταν πολύ καλός. Σκοτώθηκε στον πόλεμο για την Πατρίδα, πάνω στο ιερό καθήκον. Ο Θεός δεν θα τον αφήση. Μετά σου άφησε την κόρη σου για λίγα χρόνια κοντά σου, οπότε είχες μια παρηγοριά. Έπειτα όμως, επειδή ίσως θα ξέφευγε η κοπέλα, την πήρε ο Θεός σ’ αυτήν την καλή κατάσταση που βρισκόταν, για να την σώση». Αυτή, ενώ ο άνδρας της ήταν πολύ ήσυχος, ήταν λίγο κοσμική. Δεν της είπα φυσικά ότι «εσύ ήσουν κοσμική», αλλά την ρώτησα: «Τώρα, εσύ, τι σκέφτεσαι; Αγαπάς τον κόσμο;». «Δεν θέλω να δω τίποτε και κανέναν», μου λέει. «Βλέπεις, της λέω, τώρα και για σένα ο κόσμος πέθανε. Ο πόνος σε βοηθάει και δεν σε ενδιαφέρει τίποτε το κοσμικό. Έτσι μεθαύριο θα είστε όλοι μαζί στον Παράδεισο. Τέτοια τιμή ο Θεός σε ποιον την έχει κάνει; Το καταλαβαίνεις;». Μετά από αυτήν την συζήτηση σταμάτησε να πηγαίνη στο Κοιμητήρι. Μόλις βοηθήθηκε να συλλάβη το βαθύτερο νόημα της ζωής, ησύχασε.(10)

- Γέροντα, άκουσα ότι, όταν κάποιος δολοφονήται, εξιλεώνεται, γιατί παίρνει τις αμαρτίες του ο δολοφόνος.

- Έχει ελαφρυντικά κατά κάποιον τρόπο. Μπορεί να πη στον Θεό: «Εγώ θα μετανοούσα, αλλά αυτός με σκότωσε». Έτσι θα πέση το βάρος στον δολοφόνο. Μερικοί που δεν τους κόβει λένε: «Αν υπήρχε Θεός, δεν θα άφηνε να γίνωνται συνέχεια εγκλήματα· θα τιμωρούσε τους εγκληματίες». Δεν καταλαβαίνουν ότι ο Θεός αφήνει τους εγκληματίες να ζήσουν, για να είναι αναπολόγητοι την ημέρα της Κρίσεως, που δεν μετανόησαν, παρόλο που τους έδωσε χρόνια, για να μετανοήσουν, ενώ εκείνους που σκοτώνονται θα τους τακτοποιήση.(11)

Ο θάνατος είναι αποχωρισμός για λίγα χρόνια

Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο άνθρωπος στην πραγματικότητα δεν πεθαίνει. Ο θάνατος είναι απλώς μετάβαση από την μια ζωή στην άλλη. Είναι ένας αποχωρισμός για ένα μικρό διάστημα, Όπως, όταν πάη κάποιος, ας υποθέσουμε, στο εξωτερικό για έναν χρόνο, οι δικοί του στενοχωριούνται, γιατί θα τον αποχωρισθούν για έναν χρόνο, ή αν λείψη δέκα χρόνια, έχουν στενοχώρια για τον αποχωρισμό των δέκα χρόνων, έτσι πρέπει να βλέπουν και τον αποχωρισμό από τα αγαπημένα τους πρόσωπα με τον θάνατο. Αν πεθάνη, ας υποθέσουμε, κάποιος και οι δικοί του είναι ηλικιωμένοι, να πουν: «Μετά από καμμιά δεκαπενταριά χρόνια θα ανταμώσουμε». Αν είναι νεώτεροι, να πουν: «Μετά από πενήντα χρόνια θα ανταμώσουμε». Πονάει φυσικά κανείς για τον θάνατο κάποιου συγγενικού του προσώπου, αλλά χρειάζεται πνευματική αντιμετώπιση. Τι λέει ο Απόστολος Παύλος: «Ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα»[51]. Πόσες φορές λ.χ. θα τον έβλεπε εδώ στην γη; Κάθε μήνα; Να σκεφθή ότι εκεί θα τον βλέπη συνέχεια. Μόνον όταν δεν έχη καλή ζωή αυτός που φεύγει, δικαιολογούμαστε να ανησυχούμε. Αν λ.χ. ήταν σκληρός, τότε, αν πραγματικά τον αγαπάμε και θέλουμε να συναντηθούμε στην άλλη ζωή, πρέπει να κάνουμε πολλή προσευχή γι’ αυτόν.(12)
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΜΕΛΛΟΥΣΑ ΖΩΗ


«Είναι πολύ βαρύ, μετά από όσα έκανε ο Θεός

για μας τους ανθρώπους, να πάμε στην κόλαση

και να Τον λυπήσουμε. Ο Θεός να φυλάξη,

όχι μόνον άνθρωπος αλλά ούτε πουλί

να μην πάη στην κόλαση».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Η αντιμετώπιση του θανάτου


Μνήμη θανάτου

- Γέροντα, τι πρέπει να σκέφτεται κανείς την ημέρα που γεννήθηκε;

- Να σκέφτεται την ημέρα που θα πεθάνη και να ετοιμάζεται για το μεγάλο ταξίδι.

- Γέροντα, όταν κατά την εκταφή βρεθή άλειωτο το σώμα του νεκρού, αυτό οφείλεται σε κάποια αμαρτία για την οποία δεν μετάνοιωσε ο άνθρωπος;

- Όχι, δεν είναι πάντα αιτία κάποια αμαρτία. Μπορεί να οφείλεται και σε φάρμακα που έπαιρνε ή στο χώμα του νεκροταφείου. Όπως και νάναι όμως, όταν κάποιος βγη άλειωτος, εξιλεώνεται κάπως με το ρεζίλεμα που παθαίνει μετά τον θάνατό του.

- Γέροντα, γιατί, ενώ ο θάνατος είναι το πιο σίγουρο γεγονός για τον άνθρωπο, εμείς τον ξεχνούμε;

- Ξέρεις, παλιά στα Κοινόβια υπήρχε ένας μοναχός που είχε ως διακονία να θυμίζη στους άλλους Πατέρες τον θάνατο. Περνούσε λοιπόν την ώρα της διακονίας από όλους τους αδελφούς και έλεγε στον καθέναν: «Αδελφέ, θα πεθάνουμε». Η ζωή είναι τυλιγμένη με την θνητή σάρκα. Το μεγάλο αυτό μυστικό δεν είναι εύκολο να το καταλάβουν όσοι άνθρωποι είναι μόνο «σάρκες», γι’ αυτό δεν θέλουν να πεθάνουν, δεν θέλουν ούτε να ακούσουν για θάνατο. Έτσι ο θάνατος γι’ αυτούς είναι διπλός θάνατος και διπλή στενοχώρια.

Ευτυχώς όμως ο Καλός Θεός οικονόμησε, ώστε να βοηθιούνται από μερικά πράγματα τουλάχιστον οι ηλικιωμένοι, που φυσιολογικά είναι πιο κοντά στον θάνατο. Ασπρίζουν τα μαλλιά, κόβεται το κουράγιο, οι δυνάμεις τους σιγά-σιγά τους εγκαταλείπουν, αρχίζουν να τρέχουν τα σάλια, οπότε ταπεινώνονται και αναγκάζονται να φιλοσοφούν πάνω στην ματαιότητα αυτού του κόσμου. Και να θέλουν να κάνουν καμμιά αταξία, δεν μπορούν, γιατί όλα αυτά τους φρενάρουν. Ή ακούν ότι κάποιος στην ηλικία τους ή και νεώτερος πέθανε, και θυμούνται τον θάνατο. Βλέπουμε στα χωριά, όταν χτυπάη η καμπάνα για κηδεία, οι ηλικιωμένοι που κάθονται στο καφενείο σηκώνονται, κάνουν τον σταυρό τους και ρωτούν να μάθουν ποιος πέθανε και πότε γεννήθηκε. «Ω, τι γίνεται, λένε, φθάνει και η δική μας σειρά· όλοι θα φύγουμε από αυτόν τον κόσμο!». Καταλαβαίνουν ότι τα χρόνια πέρασαν, ότι το σχοινί της ζωής τους άρχισε να μαζεύεται και ο Πολυχρόνης[41] πλησιάζει. Έτσι διαρκώς σκέφτονται τον θάνατο. Πες σε ένα μικρό παιδί «κάνε μνήμη θανάτου», αυτό θα πη «τραλαλά» και θα συνεχίση να χτυπάη το τόπι του. Γιατί το μικρό παιδί, αν το βοηθούσε ο Θεός να καταλάβη τον θάνατο, θα απογοητευόταν το κακόμοιρο και θα αχρηστευόταν, γιατί δεν θα είχε όρεξη για τίποτε. Γι’ αυτό οικονομάει ο Θεός σαν καλός Πατέρας να μην καταλαβαίνη τον θάνατο και να παίζη ξένοιαστο και χαρούμενο το τόπι του. Όσο περνάει όμως η ηλικία, σιγά-σιγά καταλαβαίνει και αυτό τον θάνατο.

Βλέπεις, και ένας αρχάριος μοναχός, ιδίως όταν είναι νέος, δεν μπορεί να έχη μνήμη θανάτου. Σκέφτεται ότι έχει χρόνια μπροστά του και δεν τον απασχολεί το ζήτημα αυτό. Θυμάστε και ο Απόστολος Παύλος που είπε: «Φωνάξτε τους νεανίσκους να πάρουν τον νεκρό Ανανία και την Σαπφείρα»[42]; Και στα μοναστήρια συνήθως τα νέα καλογέρια θάβουν τους νεκρούς. Οι μεγάλοι συγκινημένοι ρίχνουν λίγο χώμα επάνω στο σώμα του νεκρού με ευλάβεια και ποτέ στο κεφάλι. Έχω μια δυσάρεστη εικόνα από ένα μοναστήρι όπου είχε πεθάνει ένας αδελφός. Την ώρα του ενταφιασμού, όταν έλεγε ο ιερεύς «γη ει και εις γην απελεύσει»[43], όλοι οι Πατέρες με πολλή ευλάβεια και συστολή πήραν λίγο χώμα και το έρριξαν επάνω στην σορό του μοναχού, όπως συνηθίζεται να γίνεται. Ένας νεαρός μοναχός μάζεψε το ζωστικό του, πήρε το φτυάρι και απρόσεκτα και με ορμή έρριχνε πάνω στον νεκρό οτιδήποτε εύρισκε μπροστά του, χώμα, πέτρες, ξύλα, παφ-παφ..., για να δείξη παλληκαριά! Βρήκε την ώρα να δείξη την δύναμή του, την εργατικότητά του. Δεν είναι ότι φύτευαν δένδρα ή γέμιζαν κάποιον λάκκο, για να μπη η καλωσύνη, η θυσία, και να πη: «Οι άλλοι είναι γεροντάκια. Τι να περιμένω από αυτούς; Ας δουλέψω εγώ». Οπότε θα κουραζόταν λίγο παραπάνω, για να ξεκουράση τους άλλους. Εδώ και ένα ζώο να δη κανείς νεκρό, λυπάται, πόσο μάλλον να βλέπη τον αδελφό του στον τάφο και με το φτυάρι να ρίχνη με μια ορμή και απρόσεκτα πάνω στον νεκρό χώμα, πέτρες... Αυτό δείχνει ότι δεν είχε καμμιά συναίσθηση του θανάτου.

Η συμφιλίωση με τον θάνατο

- Γέροντα, έγινε η τελική διάγνωση. Ο όγκος που έχετε είναι καρκίνος, και μάλιστα άγριος.

- Φέρε ένα μαντήλι να χορέψω το «Έχε γεια, καημένε κόσμε»! Εγώ ποτέ δεν χόρεψα στην ζωή μου, αλλά τώρα από την χαρά μου που πλησιάζει ο θάνατος θα χορέψω.

- Γέροντα, ο γιατρός είπε ότι πρέπει να γίνουν πρώτα ακτινοβολίες, για να συρρικνωθή ο όγκος, και μετά να γίνη επέμβαση.

- Κατάλαβα! Πρώτα θα βομβαδίση η αεροπορία και μετά θα γίνη η επίθεση! Λοιπόν θα πάω επάνω και θα σας φέρω νέα!... Μερικοί, ακόμη και γέροι, αν τους πη ο γιατρός «θα πεθάνης» ή «πενήντα τοις εκατό υπάρχει ελπίδα να ζήσης», στεναχωριούνται. Θέλουν να ζήσουν. Τι θα βγάλουν; Απορώ! Αν είναι κανείς νέος, ε, κάπως δικαιολογείται, αλλά ένας γέρος να κάνη προσπάθεια να ζήση, αυτό δεν το καταλαβαίνω. Άλλο είναι να κάνη μια θεραπεία, για να μπορή να αντέξη κάπως τον πόνο. Δεν θέλει δηλαδή να παρατείνη την ζωή του, αλλά θέλει μόνο να είναι λίγο πιο υποφερτοί οι πόνοι και να αυτοεξυπηρετήται, μέχρι να πεθάνη· αυτό έχει νόημα.

- Γέροντα, παρακαλούμε τον Θεό να σας δώση παράταση ζωής.

- Γιατί, Ο Ψαλμός δεν λέει ότι εβδομήκοντα είναι τα χρόνια της ζωής μας[44];

- Προσθέτει όμως ο Ψαλμωδός και «εάν εν δυναστείαις, ογδοήκοντα»...

- Ναι, αλλά λέει και «το πλείον αυτών κόπος και πόνος»[45], οπότε καλύτερη η ανάπαυση στην άλλη ζωή!

- Μπορεί, Γέροντα, κάποιος από ταπείνωση να μην αισθάνεται έτοιμος πνευματικά για την άλλη ζωή και να θέλη ακόμη να ζήση, για να ετοιμασθή;

- Αυτό είναι καλό, αλλά που να ξέρει ότι, αν ζήση κι άλλο, δεν θα γίνη χειρότερος;

- Γέροντα, πότε συμφιλιώνεται κανείς με τον θάνατο;

- Ποτέ; Άμα ζη μέσα του ο Χριστός, τότε είναι χαρά ο θάνατος. Όχι όμως να χαίρεται που θα πεθάνη, γιατί βαρέθηκε την ζωή του. Όταν χαίρεσαι τον θάνατο, με την καλή έννοια, φεύγει ο θάνατος και πάει να βρη κανέναν φοβητσιάρη! Όταν θέλης να πεθάνης, δεν πεθαίνεις. Όποιος καλοπερνάει, φοβάται τον θάνατο, γιατί ευχαριστιέται με την κοσμική ζωή και δεν θέλει να πεθάνη, Αν του πουν για θάνατο, λέει: «Κουνήσου από την θέση σου»! Ενώ, όποιος ταλαιπωρείται, πονάει κ.λπ., θεωρεί τον θάνατο λύτρωση και λέει: «Κρίμα, δεν ήρθε ακόμη ο Χάρος να με πάρη... Κάποιο εμπόδιο θα τον βρήκε»!

Λίγοι άνθρωποι θέλουν τον θάνατο. Οι πιο πολλοί κάτι θέλουν να τελειώσουν και δεν θέλουν να πεθάνουν. Ο καλός Θεός όμως οικονομάει να πεθάνη ο καθένας, όταν ωριμάση. Πάντως ένας πνευματικός άνθρωπος, είτε νέος είναι είτε γέρος, πρέπει να χαίρεται που ζη, να χαίρεται που θα πεθάνη, αλλά να μην επιδιώκη να πεθάνη, γιατί αυτό είναι αυτοκτονία.

Για έναν πεθαμένο κοσμικά και αναστημένο πνευματικά δεν υπάρχει ποτέ καθόλου αγωνία, φόβος και άγχος, γιατί περιμένει τον θάνατο με χαρά, επειδή θα πάη κοντά στον Χριστό και θα αγάλλεται. Αλλά χαίρεται και γιατί ζη, επειδή ζη πάλι κοντά στον Χριστό και νιώθει ένα μέρος της χαράς του Παραδείσου επί της γης και διερωτάται αν υπάρχη ανώτερη χαρά στον Παράδεισο από αυτήν που νιώθει στην γη. Τέτοιοι άνθρωποι αγωνίζονται με φιλότιμο και αυταπάρνηση και, επειδή μπροστά τους τον θάνατο και τον σκέφτονται καθημερινά, ετοιμάζονται πιο πνευματικά, αγωνίζονται τολμηρότερα και νικούν την ματαιότητα.

Οι ετοιμοθάνατοι

- Γέροντα, μας ζήτησαν να ευχηθούμε για κάποιον που μέρες ψυχορραγούσε και δεν έβγαινε η ψυχή του.

- Γιατί δεν έβγαινε η ψυχή του; Εξομολογήθηκε;

- Όχι, δεν θέλησε να εξομολογηθή. Δηλαδή, Γέροντα, η ταλαιπωρία του ανθρώπου, όταν βγαίνη η ψυχή του, οφείλεται στην αμαρτωλότητά του;

- Δεν είναι απόλυτο αυτό. Ούτε όταν βγαίνη η ψυχή του ανθρώπου ήρεμα, σημαίνει πως είναι σε καλή κατάσταση, αλλά ούτε και όσοι ταλαιπωρούνται στα τελευταία τους σημαίνει πως έχουν πολλές αμαρτίες. Είναι μερικοί που από μεγάλη ταπείνωση ζητούν επίμονα από τον Θεό να έχουν άσχημο τέλος, για να μείνουν μετά τον θάνατό τους στην αφάνεια. Ή μπορεί κάποιος να έχη άσχημο τέλος, για να ξεχρεώση λίγο χρέος. Επειδή λ.χ. τον εγκωμίαζαν οι άνθρωποι περισσότερο από όσο άξιζε, επιτρέπει ο Θεός να παρουσιάση παραξενιές την ώρα του θανάτου του, για να ξεπέση στα μάτια των ανθρώπων. Άλλες φορές πάλι οικονομάει ο Θεός να έχουν μερικοί δυσκολία, όταν ψυχορραγούν, για να καταλάβουν όσοι είναι κοντά του πόσο δύσκολα είναι εκεί στην κόλαση, όταν δεν τακτοποιηθής εδώ. Ενώ, εάν είναι τα χαρτιά καλά, είσαι δηλαδή τακτοποιημένος, περνάς από την μια ζωή στην άλλη, χωρίς να σε πλησιάζουν καθόλου τα ταγκαλάκια.

- Γέροντα, σε έναν ετοιμοθάνατο ή σε κάποιον που έχει μια σοβαρή αρρώστια είναι σωστό να μην πούμε την αλήθεια;

- Ανάλογα και με το τι άνθρωπος είναι. Καμμιά φορά, με ρωτάει κανένας καρκινοπαθής: «Τι λες, Γέροντα, θα ζήσω ή θα πεθάνω;». Αν του πω «θα πεθάνης», θα πεθάνη εκείνη την ώρα από την στενοχώρια του. Ενώ, αν δεν του το πω, παίρνει κουράγιο και αντιμετωπίζει με θάρρος την αρρώστια του. Όταν ωριμάση, σηκώνει μόνος του τον σταυρό του και προχωράει. Έτσι μπορεί να ζήση μερικά χρόνια, να συμπαρασταθή στην οικογένειά του και να ετοιμασθή και αυτός και οι δικοί του. Δεν του λέω φυσικά ότι θα ζήση χίλια χρόνια ή ότι αυτό που έχει δεν είναι τίποτε, αλλά του λέω: «Ανθρωπίνως είναι δύσκολο να βοηθηθής. Φυσικά για τον Θεό δεν είναι τίποτε δύσκολο, αλλά εσύ κοίταξε να τακτοποιηθής».

- Μερικές φορές, Γέροντα, οι δικοί του διστάζουν να τον κοινωνήσουν, για να μην τον βάλουν σε λογισμούς.

- Δηλαδή να πάη ακοινώνητος, για να μην καταλάβη ότι θα πεθάνη και στεναχωρεθή; Ας του πουν οι δικοί του: «Η Θεία Κοινωνία είναι φάρμακο. Θα σε βοηθήση. Καλά είναι να κοινωνήσης». Οπότε κοινωνάει, βοηθιέται και συγχρόνως ετοιμάζεται για την άλλη ζωή.

- Γέροντα, στους ψυχορραγούντας πρέπει να κάνουν Ευχέλαιο;

- Σε όσους δυσκολεύονται να ξεψυχήσουν, διαβάζουν την «Ακολουθία εις ψυχορραγούντα»[46]. Το Ευχέλαιο γίνεται για όλους τους αρρώστους, δεν γίνεται μόνο για όσους βρίσκονται στα τελευταία τους.

- Αυτά που λέει, Γέροντα, κανείς, όταν ψυχορραγή, έχουν κάποια σχέση με την κατάστασή του;

- Να μη βγάζουμε εύκολα συμπεράσματα. Μπορεί κάποιος την ώρα που ξεψυχάει να πονάη, να ζορίζεται και το πρόσωπό του να έχη την έκφραση του πόνου, οπότε οι άλλοι νομίζουν ότι δεν είναι καλά ψυχικά. Διαφέρει όμως η πονεμένη έκφραση από την άλλη που είναι άγρια και τρομαγμένη. Εκείνος υποφέρει, έχει τον πόνο του ο καημένος και οι άλλοι μπορεί να λένε ότι παλεύει με τα δαιμόνια που ήρθαν να του πάρουν την ψυχή!

- Γέροντα, μια ψυχή που φεύγει από αυτήν την ζωή τακτοποιημένη θα περάση από τα τελώνια;

- Όταν μια ψυχή είναι τακτοποιημένη και ανεβαίνη στον Ουρανό, δεν μπορούν τα ταγκαλάκια να την πειράξουν. Ενώ, αν δεν είναι τακτοποιημένη, βασανίζεται από τα ταγκαλάκια. Μερικές φορές μάλιστα ο Θεός επιτρέπει να βλέπη τα τελώνια η ψυχή του ανθρώπου που έχει χρέη, την ώρα που ψυχορραγεί, για να βοηθήση εμάς που θα ζήσουμε ακόμη, ώστε να αγωνισθούμε να εξοφλήσουμε εδώ τα χρέη μας. Θυμάστε το γεγονός με την Θεοδώρα[47]; Οικονομάει δηλαδή να βλέπουν μερικοί ορισμένα πράγματα, για να βοηθηθούν οι άλλοι και να μετανοήσουν. Στον βίο του Οσίου Ευφροσύνου[48] λ.χ. διαβάζουμε ότι ο Ηγούμενος, μετά από το όραμα που είδε, βρέθηκε με τα μήλα στο χέρι, για να τα δουν οι άλλοι και να βοηθηθούν.

Καμμιά φορά πάλι οικονομάει ο Θεός να έχη η ψυχή έναν διάλογο την ώρα που ξεψυχάει, για να μετανοήση ο ίδιος ο άνθρωπος που βρίσκεται στα τελευταία του ή αυτοί που τον ακούν. Βλέπεις, ο Θεός έχει πολλούς τρόπους που σώζει τον άνθρωπο. Πότε βοηθάει με Αγγέλους, πότε με δοκιμασίες ή με διάφορα σημεία. Είχα γνωρίσει μια γυναίκα που φερόταν βάρβαρα στον άνδρα της και στην πεθερά της· τους έδερνε και τους δύο. Εκείνη γύριζε στις γειτονιές και κουβέντιαζε και την πεθερά της, που ήταν γριούλα, την έστελνε κάθε μέρα στο χωράφι. Πήγαινε η φουκαριάρα η γριά κάθε μέρα στο χωράφι, δυο ώρες δρόμο, σβαρνίζοντας τα πόδια της και δούλευε από το πρωί ως το βράδυ, χωρίς να παραπονιέται. Ώσπου μια μέρα, μόλις γύρισε στο σπίτι, πτώμα από την κούραση, έπεσε κάτω και έλεγε στην νύφη της: «Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ μου παίρνει την ψυχή. Σκούπισε, παιδάκι μου, τα αίματα». «Ποια αίματα, γιαγιά;», την ρωτούσε με αγωνία η νύφη, γιατί δεν έβλεπε να έχη αίματα επάνω της. «Να, παιδάκι μου, τα αίματα που τρέχουν! Σκούπισέ τα, σκούπισέ τα!». Γυρίζει η νύφη να κοιτάξη, και η γιαγιά είχε ξεψυχήσει. Μετά από αυτό το περιστατικό συνετίσθηκε και άλλαξε ζωή· από θηρίο έγινε αρνί. Ήταν οικονομία Θεού να δη την πεθερά της να ξεψυχάη με αυτά τα λόγια, να πιστέψη ότι ο Αρχάγγελος Μιχαήλ παίρνει τις ψυχές δήθεν με το σπαθί, για να φοβηθή και να μετανοήση. Της μίλησε δηλαδή ο Θεός με την γλώσσα που καταλάβαινε, για να συνέλθη, γιατί, φαίνεται, θα είχε καλή διάθεση.

- Και όταν, Γέροντα, ο ετοιμοθάνατος φωνάζη κεκοιμημένους συγγενείς του, τι σημαίνει;

- Πολλές φορές και αυτό γίνεται, για να παραδειγματίζωνται οι άλλοι που είναι κοντά στον ετοιμοθάνατο. Γνώρισα μια πλούσια κυρία, που ήταν αγία γυναίκα. Δεν είχε παντρευτή και έμενε με την αδελφή της, στην οποία είχε δώσει όλη την περιουσία της. Ο γαμπρός της, που πέθανε μετά από αυτήν, όταν ξεψυχούσε, την φώναζε: «Έλα, Δέσποινα, να συγχωρεθούμε. Να με συγχωρέσης..., πολύ σε ταλαιπώρησα, να με συγχωρέσης!». «Που είναι η Δέσποινα;», τον ρώτησαν. «Να, δεν την βλέπετε; να, εκεί είναι!» τους είπε και μετά ξεψύχησε.

- Συγχωρούνται, Γέροντα, έτσι οι άνθρωποι, ακόμη και την τελευταία στιγμή της ζωής τους με κάποιον που έχει ήδη πεθάνει;

- Επιτρέπει ο Θεός, έστω και έτσι να συγχωρεθούν, επειδή ο άνθρωπος, την ώρα που πεθαίνει, μετανοιώνει και αισθάνεται την ανάγκη να ζητήση συγγνώμη.
Η αυτοκτονία

- Γέροντα, μερικοί άνθρωποι, αν συναντήσουν κάποια μεγάλη δυσκολία στην ζωή τους, αμέσως σκέφτονται να αυτοκτονήσουν;

- Μπαίνει ο εγωισμός στην μέση. Οι περισσότεροι που αυτοκτονούν, ακούν τον διάβολο που τους λέει πως, αν τερματίσουν την ζωή τους, θα γλιτώσουν από το εσωτερικό βάσανο που περνούν, και από εγωισμό αυτοκτονούν. Αν λ.χ. κάνη κάποιος μια κλεψιά και αποδειχθή ότι έκλεψε, «πάει, λέει, τώρα έγινα ρεζίλι» και, αντί να μετανοήση, να ταπεινωθή και να εξομολογηθή, για να λυτρωθή, αυτοκτονεί. Άλλος αυτοκτονεί, γιατί το παιδί του είναι παράλυτο. «Πως να έχω παράλυτο παιδί εγώ;» λέει και απελπίζεται. Αν είναι υπεύθυνος γι’ αυτό και το αναγνωρίζη, ας μετανοήση. Πως βάζει τέρμα στην ζωή του και αφήνει το παιδί του στον δρόμο; Δεν είναι πιο υπεύθυνος μετά;

- Γέροντα, συχνά ακούμε για κάποιον που αυτοκτόνησε ότι είχε ψυχολογικά προβλήματα.

- Οι ψυχοπαθείς, όταν αυτοκτονούν, έχουν ελαφρυντικά, γιατί είναι σαλεμένο το μυαλό τους. Και συννεφιά να δουν, νιώθουν ένα πλάκωμα. Αν έχουν και μια στενοχώρια, έχουν διπλή συννεφιά. Γι’ αυτούς όμως που αυτοκτονούν χωρίς να είναι ψυχοπαθείς – καθώς και για τους αιρετικούς -, δεν εύχεται η Εκκλησία, αλλά τους αφήνει στην κρίση και στο έλεος του Θεού. Ο ιερέας δεν μνημονεύει τα ονόματά τους στην Προσκομιδή ούτε τους βγάζει μερίδα, γιατί με την αυτοκτονία αρνούνται, περιφρονούν την ζωή που είναι δώρο του Θεού. Είναι σαν να τα πετούν όλα στο πρόσωπο του Θεού.

Αλλά εμείς πρέπει να κάνουμε πολλή προσευχή για όσους αυτοκτονούν, για να κάνη κάτι ο Καλός Θεός και γι’ αυτούς, γιατί δεν ξέρουμε πως έγινε και αυτοκτόνησαν, ούτε σε τι κατάσταση βρέθηκαν την τελευταία στιγμή. Μπορεί, την ώρα που ξεψυχούσαν, να μετάνοιωσαν, να ζήτησαν συγχώρηση από τον Θεό και να έγινε δεκτή η μετάνοιά τους, οπότε την ψυχή τους να την παρέλαβε Άγγελος Κυρίου.

Είχα ακούσει ότι ένα κοριτσάκι σε ένα χωριό πήγε να βοσκήση την κατσίκα τους. Την έδεσε στο λιβάδι και πήγε πιο πέρα να παίξη. Ξεχάστηκε όμως στο παιχνίδι και η κατσίκα λύθηκε και έφυγε. Έψαξε, αλλά δεν την βρήκε και γύρισε στο σπίτι χωρίς την κατσίκα. Ο πατέρας του θύμωσε πολύ, το έδειρε και το έδιωξε από το σπίτι. «Να πας να βρης την κατσίκα, του είπε. Αν δεν την βρης, να πας να κρεμασθής». Ξεκίνησε το ταλαίπωρο να πάη να ψάξη. Βράδιασε και αυτό ακόμη δεν είχε γυρίσει στο σπίτι. Οι γονείς, βλέποντας ότι νύχτωσε, βγήκαν ανήσυχοι να βρουν το παιδί. Έψαξαν και το βρήκαν κρεμασμένο σε ένα δένδρο. Είχε δέσει στον λαιμό του το σχοινί της κατσίκας και κρεμάστηκε στο δένδρο. Το κακόμοιρο είχε φιλότιμο και πήρε κατά γράμμα αυτό που του είπε ο πατέρας του. Το έθαψαν μετά έξω από το κοιμητήρι.

Η Εκκλησία φυσικά καλά έκανε και το έθαψε απ’ έξω, για να φρενάρη όσους αυτοκτονούν για το παραμικρό, αλλά και ο Χριστός καλά θα κάνη, αν το βάλη μέσα στον Παράδεισο.
-Γέροντα , πώς μπορεί μια νοικοκυρά να ρυθμίση τις δουλειές της , ώστε να έχη χρόνο και για προσευχή; Τι αναλογία δηλαδή πρέπει να υπάρχη ανάμεσα στην εργασία και στην προσευχή;
-Οι γυναίκες συνήθως δεν έχουν μέτρο στις δουλειές τους .Θέλουν συνέχεια να ανοίγουν δουλειές. Ενώ έχουν πολλή καρδιά και θα μπορούσαν να κάνουν πολύ καλό νοικοκυριό στην ψυχή τους , ξοδεύουν την καρδιά τους σε ασήμαντα πράγματα. Ας υποθέσουμε ότι έχουμε ένα ποτήρι με ωραία σχέδια, με γραμμές κ.λ.π. Και αν δεν είχε γραμμές , την δουλειά του πάλι θα την έκανε. Εκείνες όμως πάνε στο κατάστημα και αρχίζουν: « Όχι, τις θέλω μέχρι εκεί τις γραμμές, όχι έτσι, όχι αλλιώς». Και αν έχη και κανένα λουλούδι, ε, τότε είναι που σκιρτά η καρδιά! Έτσι η γυναίκα καταστρέφει όλη τη δυναμικότητά της. Σπάνια θα βρης κανέναν άνδρα να δώση προσοχή σε κάτι τέτοια. Και αν ένα πορτατίφ είναι λ.χ. είναι καφέ η μαύρο, ούτε που το προσέχουν οι άνδρες. Αλλά η γυναίκα θέλει κάτι όμορφο, χαίρεται, δίνει ένα κομμάτι της καρδιάς της σε αυτό, άλλο κομμάτι σε κάτι άλλο, οπότε τι μένει για τον Χριστό; Τα χασμουρητά από την κούρασή της στην ώρα της προσευχής

  Όσο απομακρύνεται η καρδιά της γυναίκας από τα όμορφα, τόσο πλησιάζει τον Χριστό. Και όταν η καρδιά δοθή στον Χριστό, τότε έχει μεγάλη δύναμη! Είδα μια ψυχή αυτές τις μέρες που έχει αφεθή τελείως στον Θεό. Βλέπεις να καίη μέσα της μια γλυκιά φλόγα! Τα πάιρνη όλα στα ζεστά. Ήταν τελείως κοσμική, αλλά είχε καλή διάθεση και κάποια στιγμή τινάχθηκε η σπίθα μέσα της. Χρυσαφικά, λούσα,όλα τα πέταξε.Τώρα ζη με μια απλότητα! Αγωνίζεται, κάνει δουλειά πνευματική. Με τι θυσία κινείται! Ζήλεψε τους Αγίους με την καλή έννοια. Τι κομποσχοίνι, τι νηστείες κάνει, τι Ψαλτήρι διαβάζει!...Φοβερό! Αυτή τρέφεται με την άσκηση τώρα.
- Γέροντα, μία μητέρα μου είπε: «Είμαι αδύναμη σωματικά και κουράζομαι πολύ. Ούτε τις δουλειές προλαβαίνω να κάνω, ούτε μου μένει χρόνος για προσευχή».- -Να απλοποιήση την ζωή της, για να της μένη χρόνος και για προσευχή. Με την απλότητα μια μητέρα μπορεί να κάνη πολλή προκοπή. Αν μια μάνα έχει απλοποιήσει τη ζωή της, αλλά κοπιάζει, γιατί έχει πολλά παιδιά, δικαιούται να πη «κουράζομαι».Αν όμως χάνη το χρόνο της κοιτάζοντας πώς θα παρουσιάση τακτοποιημένο το σπίτι της στους ξένους , τότε τι να πη κανείς; Μερικές μητέρες , για να τα έχουν όλα τακτοποιημένα στο σπίτι, περιορίζουν ασφυκτικά τα παιδάκια και δεν τα αφήνουν να μετακινήσουν μια καρέκλα ή ένα μαξιλάρι. Τους επιβάλουν στρατιωτική πειθαρχία, και έτσι τα παιδιά , ενώ γεννιούνται κανονικά, μεγαλώνουν δυστυχώς βλαμμένα. Ένας μυαλωμένος άνθρωπος , αν δη σε ένα σπίτι που έχει πολλά παιδιά όλα τα πράγματα στην θέση τους, θα βγάλη συμπέρασμα ότι ή τα παιδιά είναι βλαμμένα ή η μάνα είναι βάρβαρη και επιβάλλει στρατιωτική πειθαρχία . Υπάρχει φόβος στην ψυχή των παιδιών , γιʼ αυτό πειθαρχούν.
 Μια φορά είχα πάει σε ένα σπίτι με πολλά παιδιά. Πόση χαρά μου έδωσαν αυτά τα παιδάκια με τις παιδικές αταξίες τους , που χαλούσαν την κοσμική τάξη-το κάθε πράγμα στην θέση του. Αυτό είναι η μεγαλύτερη αταξία, που κουράζει πολύ τον σημερινό άνθρωπο.Παλιά δεν υπήρχαν πνευματικά βιβλία , για να βοηθηθούν οι μητέρες με την μελέτη. Τώρα υπάρχουν ένα σωρό Πατερικά, ένα σωρό μεταφράσεις, αλλά δυστυχώς οι περισσότερες μητέρες ή ασχολούνται με κάτι χαζά ή εργάζονται, για να τα βγάλουν πέρα.Η μάνα καλύτερα είναι να ασχολήται με την ανατροφή των παιδιών , παρά να καταπιάνεται σχολαστικά με το νοικοκυριό, με τα άψυχα πράγματα. Να τους μιλάη για τον Χριστό, να τους διαβάζη βίους Αγίων. Παράλληλα να ασχολήται και με το ξεσκόνισμα της ψυχής της , για να λαμποκοπάη πνευματικά. Η πνευματική ζωή της μητέρας θα βοηθήση αθόρυβα και τις ψυχές των παιδιών της .Έτσι και τα παιδιά θα ζουν χαρούμενα, και εκείνη θα είναι ευτυχισμένη ,γιατί μέσα της θα έχη τον Χριστό. Αν η μάνα δεν ευκαιρή ούτε ένα «Τρισάγιο» να πη, πώς θα αγιασθούν τα παιδιά της;
- Και όταν, Γέροντα, μια μάνα έχη πολλά παιδιά και πολλές δουλειές;
- Όταν κάνη τις δουλειές στο σπίτι, δεν μπορεί συγχρόνως να προσεύχεται; Εμένα η μητέρα μου μου έμαθε να λέω την ευχή. Όταν σαν παιδιά κάναμε καμμιά αταξία και πήγαινε να θυμώση, την άκουγα που έλεγε: « Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όταν έβαζε το ψωμί στο φούρνο έλεγε: « Εις το όνομα του Χριστού και της Παναγίας». Και όταν ζύμωνε και όταν μαγείρευε, πάλι έλεγε συνέχεια την ευχή. Έτσι αγιαζόταν και το ψωμί και το φαγητό που έκανε, αγιάζονταν και αυτοί που το έτρωγαν. Πόσες μητέρες που είχαν αγία ζωή είχαν και αγιασμένα παιδιά! Να, η μητέρα του Γέροντα Χατζη-Γεώργη. Ακόμα και το γάλα αυτής της ευλογημένης μάνας, που θήλαζε ο Γαβριήλ –το κατά κόσμον όνομα του Γέροντα Χατζη-Γεώργη ήταν ασκητικό! Είχε αποκτήσει δύο παιδιά και ύστερα ζούσαν με το σύζυγό της εν παρθενία, αγαπημένοι σαν αδέλφια. Είχε ασκητικό πνεύμα από μικρή, γιατί είχε αδελφή μοναχή ,ασκήτρια,την οποία επισκεπτόταν και αργότερα με τα παιδιά της . Ο πατέρας του Γαβριήλ ήταν και αυτός ευλαβής και ασχολούνταν με το εμπόριο, γι αυτό τον περισσότερο καιρό τον περνούσε στα ταξίδια. Αυτό έδινε την ευκαιρία στην μητέρα του να ζη απλά, να μη «μεριμνά και τυρβάζη περί πολλά», να τον παίρνη μαζί της και να αγρυπνή με άλλες γυναίκες πότε στις σπηλιές και πότε στα εξωκκλήσια. Γι αυτό μετά έφτασε σε τέτοια μέτρα αγιότητος.Η ευλάβεια της μητέρας έχει μεγάλη σημασία. Αν η μητέρα έχει ταπείνωση, φόβο Θεού, τα πράγματα μέσα στο σπίτι πάνε κανονικά. Γνωρίζω νέες μητέρες που λάμπει το πρόσωπό τους , αν και δεν έχουν από πουθενά βοήθεια. Από τα παιδιά καταλαβαίνω σε τι κατάσταση βρίσκονται οι μητέρες.

Χαριτωμένες διδαχές του γέροντα Παίσιου


Το διαβατήριο των δοκιμασιών
Τις δοκιμασίες να τις δεχόμαστε με υπομονή, χωρίς στενοχώρια, σαν ευλογία του Θεού. Όταν κάποιος μας αδικεί, πρέπει να χαιρόμαστε και να θεωρούμε αυτόν που μας αδικεί μεγάλο ευεργέτη. Διότι γίνεται αιτία αποταμιεύσεως μας στην άλλη ζωή. Με τις δοκιμασίες που επιτρέπει ό Θεός μας κάνει να ετοιμαζόμαστε για την ουράνια βασιλεία Του, έχοντας στο χέρι του το διαβατήριο των δοκιμασιών.


Επίσκοποι και Όχι δεσποτάδες
Συμβουλή σε ιεροσπουδαστές.
Να φροντίσετε να γίνετε ιερείς και όχι παπάδες. Να γίνετε επίσκοποι και όχι δεσποτάδες. Γιατί άλλο πράγμα είναι ό παπάς και άλλο ό ιερέας, όπως άλλο δεσπότης και άλλο επίσκοπος.


Το ιατρείο του Γέροντα
Σε γιατρό που τον επισκέπτεται συχνά:
Πάλι εδώ είσαι, ρε γιατρέ; Γιατί ήρθες, αφού δε σε κάλεσα; Καλά, αφού ήρθες τώρα, θα αρρωστήσω για να μη φύγεις χωρίς δουλειά! (Έδειξε το κουτί με τα λουκούμια): Αυτό είναι το εξωτερικό ιατρείο το δικό μου! Έχει φάρμακα μέσα. Πάρε ένα. Έχεις εσύ τόσο γλυκά φάρμακα;


Όχι καλογερομάχο πνευματικό
Το βασικότερο θέμα του αρχαρίου είναι να βρει ένα φιλομόναχο πνευματικό, ενώ βρίσκεται ακόμα στον κόσμο, διότι οι περισσότεροι πνευματικοί της εποχής μας είναι καλογερομάχοι και ποικιλοτρόπως βάλλουν κατά του Μοναχισμού).


Η υπερηφάνεια μουρνταρεύει τις αρετές
Εκείνοι που εργάζονται με τον Χριστό αλλά με υπερηφάνεια μουρνταρεύουν (βρωμίζουν) τις αρετές τους, όπως μουρνταρεύονται τα τηγανητά αυγά, όταν πέσει λίγη κουτσουλιά, που είναι για πέταμα μαζί με το τηγάνι.


Η αξία της καλοσύνης
Η καλοσύνη μαλακώνει και ανοίγει την καρδιά, σαν το λάδι τη σκουριασμένη κλειδαριά.


Με ευλάβεια στο Συναξάρι
Όταν ακούμε το Συναξάρι των αγίων «Τη αύτη ημέρα μνήμη του Άγιου...», να στεκόμαστε όρθιοι με ευλάβεια, όπως οι στρατιώτες στέκονται προσοχή όταν διαβάζονται τα ονόματα των ηρωικώς πεσόντων συναδέλφων τους.


Πόσα κομποσχοίνια;
Γέροντα, πόσα κομποσχοίνια είναι καλά να κάνει κανείς;
Άλλος γεωργός από δέκα στρέμματα που σπέρνει βγάζει πέντε χιλιάδες κιλά σιτάρι και άλλος από πενήντα στρέμματα δεν βγάζει ούτε και το σπόρο που έριξε• του μένει και η κούραση , του χεριού από το αλέτρι...


Τα μαθηματικά του Θεού
Στο Θεό άριστα είναι όλα: και το δέκα των πέντε ταλάντων και το τέσσερα των δύο και το δύο του ενός ταλάντου. Η θεία δικαιοσύνη έχει άλλους μαθηματικούς ορούς και το ένα και ένα άλλοτε κάνουν δύο άλλοτε δύο εκατομμύρια...


Μπορεί να δει κανείς την Παναγία;
Γέροντα, υπάρχουν σήμερα άγιοι που να έχουν δει την Πανάγια;
(Κοίταξε την αδελφή και είπε χαμογελώντας). Γιατί, είναι δύσκολο;


Ο Γέροντας έκρυβε τις αρετές του
Ο παπα-Τύχων ήταν πολύ λιτοδίαιτος και ολιγαρκής, αφού ένα Αποστολιάτικο σύκο το έκοβε στα δύο και το έτρωγε δύο φορές. Μου έλεγε:
Πά-πά-πά, παιδί μου! Αυτό είναι πολύ μεγάλο!
Ενώ εγώ για να χορτάσω έπρεπε να φάω ένα κιλό!


Η υγεία του Γέροντα
Πως πάτε με την υγεία σας Γέροντα;
Ε, καλά... Τώρα μου παρουσιάσθηκαν και κάτι άλλα. Όλα χρειάζονται. Πως να πάω πάνω με άδεια χέρια;
Πως πάς με τα μάτια σου, Γέροντα; Φοράς γυαλιά;
Ε, όλα εδώ θα μείνουν. Και τα μάτια και τα γυαλιά και τα συκώτια και τα πνευμόνια...


Τα συναξάρια έχουν βιταμίνες
Για τη συγκέντρωση σου γενικά, και ιδίως στην προσευχή, καθώς και για την τόνωση της ψυχής σου, είναι απαραίτητη η μελέτη της Κ. Διαθήκης και τα βοηθητικά βιβλία των αγίων Πατέρων... Τα Συναξάρια πολύ βοηθούν, διότι βρίσκει κανείς σ ` αυτά ότι είδους βιταμίνες έχει ανάγκη η ψυχή του. Καλό είναι το συναξάρι της ημέρας.


Όποιος προλάβει
Γέροντα, ποιος πρέπει να κάνει τις δουλειές του σπιτιού;  Η γυναίκα ή ό άντρας;
Όποιος προλάβει πρώτος...Αυτός θα έχει και το μεγαλύτερο μισθό.


Ο Χριστός θα βρίσκει οργωμένο χωράφι
Γέροντα, σήμερα ό Διάβολος οργώνει όλη τη γη και τα φέρνει όλα άνω κάτω. τι θα γίνει;
Μην ανησυχείς, βρε λεβέντη.
Ο Χριστός θα βρίσκει έτοιμο οργωμένο χωράφι και θα σπέρνει χωρίς κόπο.


Οι άγιοι δεν είναι κορόιδα
Γέροντα, με όλα αυτά που κάνουν οι άγιοι, όταν ζουν, δεν φοβούνται να μην πέσουν σε υπερηφάνεια;
Τι τους περάσατε τους αγίους, για κορόιδα; Να υπερηφανευτούν
και να χάσουν τη χάρη και να μείνουν μόνο με τις ανθρώπινες δικές τους δυνάμεις;


Οι Προτεστάντες είναι ορφανοί
Σε Προτεστάντη πάστορα που αμφέβαλε για την αξία των αγίων. - Θα σου πω κάτι, δε θέλω όμως να με παρεξηγήσεις, επειδή δεν το λέω από υπερηφάνεια, αλλά από ταπείνωση και αγάπη. Εμείς έχουμε την Παναγία ως μητέρα μας, ενώ εσείς είστε σαν ορφανά δίχως μητέρα, γιατί δεν τη δέχεστε.


Τα φάρμακα μπαλώνουν τρύπες
Δεν παίρνω φάρμακα, όχι γιατί τα περιφρονώ, αλλά γιατί έχω καταλάβει καλά ότι με ένα φάρμακο μπαλώνεις μια τρύπα, αυτό όμως σου ανοίγει μία άλλη. Έτσι έχεις συνέχεια δουλειά χωρίς τελειωμό.


Η ψαλτική να είναι απλή
Η βυζαντινή μουσική δεν επιδέχεται στολίδια και επίδειξη. Όταν κάποιος ψέλνει ανεπιτήδευτα, χωρίς επιδείξεις, έχει μια φυσική ομορφιά και μοιάζει σαν μια γυναίκα που ο Θεός της έχει δώσει φυσική ομορφιά. Όταν, όμως, προσπαθεί να προκαλέσει ακουστική εντύπωση με διάφορα τεχνάσματα, περίτεχνα ισοκρατήματα, τότε μοιάζει σαν μια γυναίκα άσχημη, η οποία με κραγιόν, δαχτυλίδια, σκουλαρίκια και ένα σωρό άλλα, προσπαθεί να δείξει ότι είναι όμορφη. Όμως, μ' αυτόν τον τρόπο, το μόνο που πετυχαίνει είναι να κάνει τον άλλο να αηδιάζει.


Για όσους δεν θέλουν να πάνε στο στρατό
Για τους νέους που δε θέλουν να πάνε στο στρατό λόγω της καλοπέρασης:
Ευλογημένοι, στον πόλεμο του 1940, στο μέτωπο, οι Έλληνες μάλωναν μεταξύ τους για το ποιος θα πάει μπροστά στην πρώτη γραμμή. Οι νέοι τότε τραβούσαν τους μεσήλικες πίσω και τους έλεγαν:Πηγαίνετε εσείς πίσω, γιατί έχετε οικογένεια και παιδιά και αφήστε εμάς μπροστά.
Εσείς λέτε πως δυσκολεύεστε και δεν θέλετε να πάτε να υπηρετήσετε!


Στα γεράματα κρυώνουμε εύκολα
Όσο κανείς είναι νέος, πρέπει να αγωνίζεται, διότι, όσο γερνά, δε μπορεί να κάνει τίποτα. Τότε, στα γεράματα, τον πειράζει ακόμα και το ρεύμα που δημιουργείται από την κλειδαρότρυπα!


Ο γιατρός του Γέροντα
Ο δικός μου ο γιατρός είναι στη Δράμα και είναι κτηνίατρος.


Τα αυθάδη παιδιά δέχονται δαιμονικές επιδράσει; 
Τα παιδιά πρέπει να προσέχουν πάρα πολύ το θέμα του σεβασμοί προς τους γονείς. "Όταν τα παιδιά αντί μιλούν και ασεβούν, γίνονται πρώτον αιτία να φύγει η χάρη από αυτά και δεύτερον γίνονται δεκτικά των δαιμονικών επιδράσεων και ενεργειών.


Η αιτία των ψυχοσωματικών ανωμαλιών των νέων
Η μαλθακότητα των σημερινών νέων είναι μία από τις κύριες αιτίες των ψυχοσωματικών ανωμαλιών


Οι αντιλέγοντες έχουν γέροντα τον Διάβολο
Γέροντα, πως γίνεται μερικοί σε κάθε λόγο να βρίσκουν αντίλογο;
Ω, Είναι φοβερό να συζητάς με έναν άνθρωπο που συνήθισε να δικαιολογείται! Είναι σαν να μιλάς με έναν δαιμονισμένο! "Όσοι δικαιολογούνται -ο Θεός να με συγχωρέσει- έχουν γέροντα το Διάβολο. Είναι βασανισμένοι άνθρωποι. Δεν έχουν μέσα τους ειρήνη. Το έχουν κάνει επιστήμη αυτό.


Να μη δίνουμε τον τουρβά μας σε άλλους
Γέροντα, μερικές φορές, Όχι μόνο δυσκολεύομαι να δεχθώ την αδικία, αλλά μετατοπίζω την ευθύνη της πτώσεως μου σε άλλον.
Εσύ, όχι μόνο δεν σηκώνεις από αγάπη τον τουρβά του άλλου, αλλά θέλεις να δώσεις και τον δικό σου βαρύ τουρβά, όχι μόνο στον υγιή, αλλά και στον φιλάσθενο. Χρειάζεται να αποκτήσεις πνευματική παλικαριά, για να παίρνεις επάνω σου όλη την ευθύνη της αμαρτίας σου.


Το ατέλειωτο εργόχειρο της μετάνοιας
Η μετάνοια για τον αγωνιζόμενο είναι ένα εργόχειρο που δεν τελειώνει ποτέ. Τους πεθαμένους τους κλαίνε, τους θάβουν, τους ξεχνούν. Τις αμαρτίες θα τις κλαίμε συνέχεια, μέχρι να πεθάνουμε.


Τα καυσαέρια της υπερηφάνειας
Όποιος έχει πολλή υπερηφάνεια είναι σκοτισμένος. Το μυαλό του είναι ανταριασμένο, είναι σαν να έχει καυσαέρια.


Ο καλύτερος πολύτεκνος
Ο μεγαλύτερος και καλύτερος πολύτεκνος είναι ό άνθρωπος που αναγεννήθηκε πνευματικά και βοηθάει για την πνευματική αναγέννηση των παιδιών όλου του κόσμου, για να εξασφαλίσουν τις ψυχές τους στον Παράδεισο.


Η ανατροφή του παιδιού
Η ανατροφή του παιδιού αρχίζει από την εγκυμοσύνη. Αν η μητέρα που κυοφορεί συγχύζεται και στενοχωριέται, το έμβρυο μέσα στην κοιλιά της ταράζεται. Ενώ όταν η μάνα προσεύχεται και ζει πνευματικά, το παιδάκι στην κοιλιά της μάνας αγιάζεται.


Όταν η μάνα δεν θέλει το παιδί
Όταν η γυναίκα που είναι έγκυος δε θέλει το παιδί, αυτό, πολλές φορές το καταλαβαίνει, τυλίγεται με τον ομφάλιο λώρο και πεθαίνει.


Προσευχή πριν το φαγητό
(Ο Γέροντας θυμάται τα παιδικά του χρόνια).
Στο τραπέζι καθόμασταν όλοι μαζί. Κάναμε πρώτα προσευχή και υστέρα αρχίζαμε να τρώμε. Αν άρχιζε κανείς να τρώει, πριν ευλογηθεί το τραπέζι, λέγαμε: «αυτός πόρνευσε». Την έλλειψη εγκράτειας την θεωρούσαμε πορνεία. Είναι διάλυση της οικογενείας να έρχεται ο καθένας στο σπίτι, οποία ώρα θέλει, και να τρώει μόνος του χωρίς να υπάρχει λόγος.


Το διαβατήριο του Παραδείσου
Για να πάει κανείς στον γλυκό Παράδεισο πρέπει να φάει πολλά πικρά εδώ, να έχει το διαβατήριο των δοκιμασιών στο χέρι.
Κτήματα στον ουρανό
Ο Θεός μας έχει εξασφαλισμένα κτήματα εκεί στον ουρανό .Όταν όμως ζητούμε να μας απαλλάξει από μία δοκιμασία, δίνει αυτά τα κτήματα σε άλλους και τα χάνουμε. Ενώ, αν κάνουμε υπομονή, θα μας δώσει και τόκο.


Το ξεπέρασμα του πόνου
Γέροντα, τι χρειάζεται για να ξεπεράσεις τον πόνο;
παλικαριά, βία χρειάζεται. Και τον ανυπόφορο πόνο πως τον αντιμετωπίζει κανείς;
Αν είναι κοσμικός, με το τραγούδι, αν είναι πνευματικός άνθρωπος με την ψαλμωδία.. 
Πώς λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι?

Γέροντα, ποιοι νόμοι λέγονται πνευματικοί;

– Θα σου εξηγήσω: Όπως στην φύση υπάρχουν οι φυσικοί νόμοι, έτσι και στην πνευματική ζωή υπάρχουν οι πνευματικοί νόμοι. Ας πούμε, όταν πετάη κανείς ένα βαρύ αντικείμενο ψηλά, με όσο περισσότερη ορμή και όσο πιο ψηλά το πετάξη, με τόσο μεγαλύτερη δύναμη θα πέση κάτω και θα συντριβή. Αυτός είναι φυσικός νόμος. Στην πνευματική ζωή, όσο περισσότερο υψώνεται κανείς με την υπερηφάνειά του, τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η πνευματική του πτώση και ανάλογα με το ύψος της υπερηφανείας του θα συντριβή. Γιατί ο υπερήφανος ανεβαίνει, φθάνει σε ένα σημείο και μετά πέφτει και σπάζει τα μούτρα του – «ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται». Αυτός είναι πνευματικός νόμος.


Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στους φυσικούς και στους πνευματικούς νόμους: Ενώ οι φυσικοί νόμοι δεν έχουν σπλάχνα και ο άνθρωπος δεν μπορεί να τους αλλάξη, οι πνευματικοί νόμοι έχουν σπλάχνα και ο άνθρωπος μπορεί να τους αλλάξη, γιατί έχει να κάνη με τον Δημιουργό και Πλάστη του, τον Πολυεύσπλαχνο Θεό. Αν δηλαδή καταλάβη αμέσως το ανέβασμα της υπερηφανείας του και πη: «Θεέ μου, εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου και υπερηφανεύομαι· συγχώρεσέ με!», αμέσως τα σπλαχνικά χέρια του Θεού τον αρπάζουν και τον κατεβάζουν απαλά κάτω, χωρίς να γίνη αντιληπτή η πτώση του. Έτσι δεν συντρίβεται, αφού προηγήθηκε η καρδιακή συντριβή με την μετάνοια που έδειξε.

Το ίδιο ισχύει και για το «μάχαιραν έδωκας, μάχαιραν θα λάβης», που λέει το Ευαγγέλιο. Αν δηλαδή «έδωσα μάχαιρα», κανονικά πρέπει να ξοφλήσω με μάχαιρα. Όταν όμως συναισθάνωμαι το σφάλμα μου, με μαχαιρώνη η συνείδησή μου και ζητάω συγχώρηση από τον Θεό, τότε πλέον παύουν να λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι και δέχομαι από τον Θεό την αγάπη Του σαν βάλσαμο.

Μέσα δηλαδή στα κρίματα του Θεού, που είναι άβυσσος, βλέπουμε να αλλάζη ο Θεός, όταν αλλάζουν οι άνθρωποι. Όταν το άτακτο παιδί συνέρχεται, μετανοή και δέρνεται από την συνείδησή του, τότε ο Πατέρας του το χαϊδεύει με αγάπη και το παρηγορεί. Δεν είναι μικρό πράγμα να μπορή ο άνθρωπος να αλλάξη την απόφαση του Θεού! Κάνεις κακό; Ο Θεός σου δίνει σκαμπιλάκι. Λές «ήμαρτον»; Σου δίνει ευλογίες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Οι πνευματικοί νόμοι [34]


Πως λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι

- Γέροντα, ποιοι νόμοι λέγονται πνευματικοί;

- Θα σου εξηγήσω: Όπως στην φύση υπάρχουν οι φυσικοί νόμοι, έτσι και στην πνευματική ζωή υπάρχουν οι πνευματικοί νόμοι. Ας πούμε, όταν πετάη κανείς ένα βαρύ αντικείμενο ψηλά, με όσο περισσότερη ορμή και όσο πιο ψηλά το πετάξη, με τόσο μεγαλύτερη δύναμη θα πέση κάτω και θα συντριβή. Αυτός είναι φυσικός νόμος. Στην πνευματική ζωή, όσο περισσότερο υψώνεται κανείς με την υπερηφάνειά του, τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η πνευματική του πτώση και ανάλογα με το ύψος της υπερηφανείας του θα συντριβή. Γιατί ο υπερήφανος ανεβαίνει, φθάνει σε ένα σημείο και μετά πέφτει και σπάζει τα μούτρα του – «ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται»[35]. Αυτός είναι πνευματικός νόμος.

Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στους φυσικούς και στους πνευματικούς νόμους: Ενώ οι φυσικοί νόμοι δεν έχουν σπλάχνα και ο άνθρωπος δεν μπορεί να τους αλλάξη, οι πνευματικοί νόμοι έχουν σπλάχνα και ο άνθρωπος μπορεί να τους αλλάξη, γιατί έχει να κάνη με τον Δημιουργό και Πλάστη του, τον Πολυεύσπλαχνο Θεό. Αν δηλαδή καταλάβη αμέσως το ανέβασμα της υπερηφανείας του και πη: «Θεέ μου, εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου και υπερηφανεύομαι· συγχώρεσέ με!», αμέσως τα σπλαχνικά χέρια του Θεού τον αρπάζουν και τον κατεβάζουν απαλά κάτω, χωρίς να γίνη αντιληπτή η πτώση του. Έτσι δεν συντρίβεται, αφού προηγήθηκε η καρδιακή συντριβή με την μετάνοια που έδειξε.

Το ίδιο ισχύει και για το «μάχαιραν έδωκας, μάχαιραν θα λάβης»[36], που λέει το Ευαγγέλιο. Αν δηλαδή «έδωσα μάχαιρα», κανονικά πρέπει να ξοφλήσω με μάχαιρα. Όταν όμως συναισθάνωμαι το σφάλμα μου, με μαχαιρώνη η συνείδησή μου και ζητάω συγχώρηση από τον Θεό, τότε πλέον παύουν να λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι και δέχομαι από τον Θεό την αγάπη Του σαν βάλσαμο.

Μέσα δηλαδή στα κρίματα του Θεού, που είναι άβυσσος, βλέπουμε να αλλάζη ο Θεός, όταν αλλάζουν οι άνθρωποι. Όταν το άτακτο παιδί συνέρχεται, μετανοή και δέρνεται από την συνείδησή του, τότε ο Πατέρας του το χαϊδεύει με αγάπη και το παρηγορεί. Δεν είναι μικρό πράγμα να μπορή ο άνθρωπος να αλλάξη την απόφαση του Θεού! Κάνεις κακό; Ο Θεός σου δίνει σκαμπιλάκι. Λές «ήμαρτον»; Σου δίνει ευλογίες.

Τα αρχοντόπουλα του Θεού

Μερικοί άνθρωποι, παρόλο που μετάνοιωσαν για κάποιο σφάλμα τους και ο Θεός τους συγχώρεσε, οπότε έπαψαν να λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι, αυτοί δεν ξεχνούν το σφάλμα τους. Ζητούν επίμονα από τον Θεό να τιμωρηθούν σ’ αυτήν την ζωή για το σφάλμα τους, για να εξοφλήσουν. Αφού λοιπόν επιμένουν, ο Καλός Θεός εκπληρώνει αυτό το φιλότιμο αίτημά τους, τους κρατάει όμως τοκισμένη την πληρωμή στο Ουράνιο Ταμιευτήριό Του, στον Παράδεισο. Αυτοί είναι τα αρχοντόπουλα του Θεού, είναι τα πιο φιλότιμα παιδιά του Θεού.

Στο Λειμωνάριο[37] λ.χ. αναφέρεται το εξής για τον αββά Ποιμένα τον βοσκό: Μια φορά τον επισκέφθηκε κάποιος και ζήτησε να τον φιλοξενήση στο κελλί του. Επειδή ο αββάς δεν είχε ιδιαίτερο χώρο για φιλοξενία, τακτοποίησε τον επισκέπτη στο κελλί του και αυτός πήγε να διανυκτερεύση σε μια σπηλιά. Το πρωί που επέστρεψε, τον ρώτησε ο επισκέπτης: «Πως τα πέρασες, αββά; Μήπως κρύωσες;». «Όχι, πέρασα καλά. Μπήκα σε μια σπηλιά και βρήκα μέσα ένα λιοντάρι να κοιμάται. Ξάπλωσα κι εγώ και ακούμπησα την πλάτη μου στην χαίτη του. Από τα χνώτα του η σπηλιά ήταν σαν φούρνος και δεν κρύωσα». «Καλά, δεν φοβήθηκες μήπως σε φάη το λιοντάρι;», τον ρώτησε ο επισκέπτης. «Όχι, του λέει ο αββάς, αλλά, να ξέρης, εμένα θα με φάνε τα θηρία». «Πως το ξέρεις αυτό;». «Εγώ στον κόσμο ήμουν βοσκός, του λέει ο αββάς, και κάποτε που βοσκούσα το κοπάδι μου οι σκύλοι μου καταξέσχισαν κάποιον περαστικό και, ενώ μπορούσα να τον σώσω, αδιαφόρησα. Από τότε ζητάω από τον Θεό συνέχεια να με φάνε τα θηρία. Πιστεύω να μου κάνη ο Θεός αυτό το χατίρι». Και πράγματι αυτόν τον αββά τον έφαγαν τα θηρία. Στην άλλη όμως ζωή αυτοί οι άνθρωποι θα είναι στον πιο εκλεκτό τόπο.

- Γέροντα, διάβασα σε σχόλια κάποιου πατερικού βιβλίου ότι ο άνθρωπος, όταν κάνη κάποια αμαρτία, πρέπει να τιμωρηθή, για να πληρώση για το κακό που έκανε.

- Όχι, δεν είναι έτσι. Ο άνθρωπος, αν μετανοιώση, δεν τιμωρείται· τον ελεεί ο Χριστός. Χρειάζεται πολλή προσοχή στα σχόλια, γιατί μπορεί ένας σχολιαστής να είναι αρκετά καλός, αλλά καμμιά φορά να κάνη λανθασμένες ερμηνείες. Αν κανείς δεν είναι σίγουρος ότι ο σχολιαστής είναι καλός, καλύτερα αν διαβάση μόνον το κείμενο. Και σ’ εμένα είπε κάποιος ότι τον Προφήτη Ησαΐα τον πριόνισαν[38], γιατί έπρεπε να πριονισθή για τις αμαρτίες του κόσμου. Ενώ ο ίδιος παρακάλεσε τον Θεό να πριονισθή για τις αμαρτίες του κόσμου και ο Θεός υπέκυψε στην πολλή αγάπη που είχε για τον λαό. Αλλά για κάθε πριονιά ο Θεός θα του δώση και ένα στεφάνι. Είναι απαραίτητο να ξέρη κανείς μερικά πράγματα, για να καταλάβη κάποια άλλα. Ο αββάς Ποιμήν, για τον οποίο ανέφερα προηγουμένως, μπορούσε να καταλάβη τον Προφήτη Ησαΐα – αν και η περίπτωση του ενός διέφερε από του άλλου, γιατί στην περίπτωση του Προφήτη Ησαΐα υπήρχε η θυσία για τον κόσμο.

- Έχουμε, Γέροντα, και στην εποχή μας τέτοια περιστατικά;

- Ναι, βέβαια. Θυμάμαι κάποιο γεγονός που συνέβη, όταν ήμουν στην Μονή Φιλοθέου. Κάποιος μοναχός, όταν ήταν στον κόσμο, είχε κάψει έναν Τούρκο στον φούρνο, επειδή είχε σφάξει τον πατέρα του. Μετά μετανόησε, ήρθε στο Άγιο Όρος, έγινε μοναχός και είχε βάλει μια καλή σειρά. Μέρα-νύχτα όμως παρακαλούσε τον Θεό να επιτρέψη να καή και ο ίδιος. Μια φορά έπιασε πυρκαγιά στο Μοναστήρι. Εγώ τότε ήμουν δοχειάρης. Ετοίμασα δοχεία με νερό και τρέξαμε όλοι και σβήσαμε τη φωτιά. Τελικά αυτόν τον μοναχό τον βρήκαμε καμένο. Θα μου μείνη αλησμόνητη η σκηνή... Τι είχε γίνει; Αυτός τότε ήταν ογδόντα πέντε χρονών και τον διακονούσε ένας μοναχός που ήταν εβδομήντα πέντε. Εκείνη την ημέρα, για να τον ανακουφίση λίγο από τους πόνους των ρευματισμών, του έτριψε τα πόδια του με πετρέλαιο και τον κουκούλωσε κοντά στο τζάκι. Πετάχθηκε όμως μια σκανδαλήθρα από τα ξύλα της καστανιάς, πήρε φωτιά, κάηκε εκείνος και έπιασε φωτιά και όλο το μοναστήρι. Εγώ στενοχωρήθηκα πολύ για το γεγονός· δεν μπορούσα να ησυχάσω! Ύστερα μου είπε ο Πνευματικός: «Μην στενοχωριέσαι· αυτός ζητούσε από τον Θεό να καή, για να εξιλεωθή· αυτό ήταν δώρο Θεού».

Οι πνευματικοί νόμοι
και η αγάπη του Θεού

- Γέροντα, οι πνευματικοί νόμοι λειτουργούν πάντοτε αμέσως;

- Αναλόγως. Πολλές φορές απορεί κανείς! Ενώ λίγο υπερηφανεύθηκε, αμέσως έσπασε τα μούτρα του· λειτούργησαν οι πνευματικοί νόμοι αστραπιαίως. Π.χ. καθαρίζει μία αδελφή τα τζάμια και της έρχεται ένας υπερήφανος λογισμός ότι τα καθαρίζει καλύτερα από την άλλη, οπότε κάτι συμβαίνει και, τσακ, σπάζει το τζάμι. Άλλες φορές λειτουργούν αργότερα.

- Όταν, Γέροντα, οι πνευματικοί νόμοι λειτουργούν αμέσως, αυτό τι σημαίνει;

- Αυτό είναι καλό. Τότε πρέπει να καταλάβη ο άνθρωπος ότι η αγάπη του Θεού τον προστατεύει, γιατί ξοφλάει και δεν θα τα πληρώση όλα μαζεμένα. Όταν όμως δεν λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι σε έναν άνθρωπο, είναι επικίνδυνο, γιατί δείχνει ότι είναι απομακρυσμένο παιδί του Θεού· δεν είναι στο σπίτι Του. Υπάρχουν μερικοί που ενεργούν συνέχεια με υπερηφάνεια και δεν παθαίνουν τίποτε. Αυτό σημαίνει ότι η υπερηφάνειά τους ξεπέρασε την ανθρώπινη και έφθασε στον ανώτατο βαθμό της, στην δαιμονική υπερηφάνεια, στην έπαρση. Η πτώση τότε γίνεται από την άλλη μεριά της κορυφής, οπότε πέφτει κατ’ ευθείαν στην κόλαση. Είναι εωσφορική πτώση και δεν την βλέπουν όσοι βρίσκονται από την άλλη μεριά της κορυφής. Αυτούς δηλαδή δεν τους πιάνει ο πνευματικός νόμος σε τούτη την ζωή, αλλά ισχύει γι’ αυτούς το Αποστολικό: «Πονηροί άνθρωποι και γόητες προκόψουσιν επί το χείρον, πλανώντες και πλανώμενοι»[39].

- Μπορεί, Γέροντα, να θαυμάση κανείς ένα έργο που έκανε και να γίνη κάποια ζημιά;

- Ναι, γιατί λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι. Παίρνει την Χάρη Του ο Θεός από κάποιον και κάνει την ζημιά, για να συνετισθή ο άλλος που υπερηφανεύτηκε για το έργο του.

- Δηλαδή, Γέροντα, όταν γίνεται ζημιά, σημαίνει ότι έχουν λειτουργήσει οι πνευματικοί νόμοι;

- Φυσικά.

- Αποκλείεται να είναι κανείς αδέξιος και να κάνη ζημιές;

- Σπάνιες είναι αυτές οι περιπτώσεις. Γι’ αυτό, όσο μπορείτε, να ζήτε ταπεινά. Να σκέφτεσθε ότι δεν έχουμε τίποτε δικό μας. Όλα ο Θεός μας τα έχει δώσει. Όλα όσα έχουμε είναι του Θεού. Μόνον οι αμαρτίες είναι δικές μας. Αν δεν ταπεινωνώμαστε, θα λειτουργούν σ’ εμάς συνεχώς οι πνευματικοί νόμοι, μέχρις ότου καμφθή ο εγωισμός μας. Ο Θεός να δώση να γίνη αυτό, πριν μας βρη ο θάνατος.

- Μπορεί, Γέροντα, ο άνθρωπος να μην καταλάβη ότι έχουν λειτουργήσει οι πνευματικοί νόμοι;

- Αν δεν παρακολουθή κανείς τον εαυτό του, τίποτε δεν καταλαβαίνει και από τίποτε δεν βοηθιέται, ούτε ωφελείται.

- Δηλαδή, Γέροντα, οι πνευματικοί νόμοι παύουν να λειτουργούν, μόνον όταν ταπεινωθή ο άνθρωπος;

- Ναι, κυρίως με την ταπείνωση ή, όταν έχη κανείς το ακαταλόγιστο. Να σου πω ένα παράδειγμα: Μια γυναίκα έδερνε συνέχεια τον άνδρα της και αυτός δεν μιλούσε, για να μη χάση την αξιοπρέπειά του, γιατί ήταν και δάσκαλος. Λειτουργούσαν όμως σ’ αυτόν οι πνευματικοί νόμοι. Είχε ορφανέψει μικρός από πατέρα και η χήρα μάνα του με μια σύνταξη προσπαθούσε να τον σπουδάση, να τον κάνη δάσκαλο, και αυτός την έδερνε! Τι είχε τραβήξει η φουκαριάρα η μάνα του! Οπότε επέτρεψε ο Θεός να τον δέρνη η γυναίκα του, για να εξοφλήση. Ύστερα τι γίνεται; Πεθαίνει αυτός, και ο γιος του έδερνε την μάνα του. Ξόφλησε έτσι και αυτή. Παντρεύεται ο γιος και παίρνει μια ελαφρούτσικη, που τον έδερνε και έψελνε το «Χριστός Ανέστη»! Πως οικονόμησε ο Θεός, για να εξοφλήση και αυτός! Εδώ όμως σταμάτησαν να λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι, γιατί αυτή είχε το ακαταλόγιστο.

- Όταν, Γέροντα, κάποιος έχη μια πτώση και λυπάται, έτσι ξεπληρώνει;

- Αισθάνεται ότι χρωστάει ή λυπάται εγωιστικά; Αν αισθάνεται ότι χρωστάει, δεν θα πληρώση. Όταν όμως δεν αισθάνεται το χρέος του, επιτρέπει ο Θεός να πληρώση. Ο Χριστιανός λ.χ. πρέπει να κάνη ελεημοσύνες. Αν κάποιος είναι σκληρός και δεν δίνη, αλλά μαζεύη τα χρήματα, θα πάνε οι κλέφτες, θα τον δείρουν, θα του πάρουν και τα χρήματα, και έτσι θα εξοφλήση. Όταν έχουμε χρέη και δεν ξοφλούμε σ’ αυτήν την ζωή, αυτό είναι πολύ κακό σημάδι, είναι εγκατάλειψη από τον Θεό. Όταν πάλι κάποιος δεν τρώη σκαμπίλια και δέχεται ευλογίες, τότε φαίνεται ότι έκανε κάτι καλό και ανταμείβεται εδώ γι’ αυτό από τον Χριστό διπλά και τριπλά. Δεν ξοφλάει όμως για τα σφάλματά του. Και αυτό πάλι είναι κακό. Ας πούμε ότι έκανα δέκα τοις εκατό καλωσύνες και ο Χριστός με ανταμείβει για είκοσι τοις εκατό και δεν έχω ούτε θλίψεις ούτε στενοχώρια· τότε όμως δεν ξοφλώ αμαρτίες.

Η ταλαιπωρία σ’ αυτήν την ζωή τρώει την κόλαση, λέει ο Αββάς Ισαάκ[40]. Δηλαδή, όταν λειτουργούν σε κάποιον οι πνευματικοί νόμοι, αφαιρείται ένα μέρος από τα βάσανα της κολάσεως.
ΟΙ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ

«Για να πάη κανείς στον γλυκό Παράδεισο,
πρέπει να φάη πολλά πικρά εδώ,
να έχη το διαβατήριο των δοκιμασιών στο χέρι».

ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
‘’ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ’’
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
2002

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Η αναπηρία είναι ευλογία από τον Θεό

Σωστή αντιμετώπιση της αναπηρίας

- Μια αναπηρία, Γέροντα, μπορεί να δημιουργήση σύμπλεγμα κατωτερότητος;

- Αυτά είναι μπανταλά [33].

- Στους αναπήρους όμως, Γέροντα, μερικές φορές συμβαίνει αυτό.

- Συμβαίνει, γιατί δεν τοποθετούνται σωστά. Όταν καταλάβουν ότι η αναπηρία είναι ευλογία από τον Θεό, τοποθετούνται σωστά και απαλλάσσονται από την μειονεκτικότητα. Όταν ένα μικρό παιδί έχη κάποια αναπηρία και δεν έχη βοηθηθή, ώστε να χαίρεται για την αναπηρία του, τότε έχει ελαφρυντικά, αν αισθάνεται μειονεκτικά. Αλλά, αν μεγαλώση και παραμένη η μειονεκτικότητα, σημαίνει ότι δεν έχει συλλάβει το βαθύτερο νόημα της ζωής. Σε ένα κοριτσάκι, όταν ήταν εννέα χρονών, παρουσιάσθηκε όγκος στο μάτι του και οι γιατροί του αφήρεσαν το ένα μάτι. Τα παιδιά στο σχολείο το κορόιδευαν και αυτό το καημένο βασανιζόταν. Ο πατέρας του ήρθε στο Καλύβι και μου είπε το πρόβλημά του. «»Σκέφθηκα, Γέροντα, μου είπε, πως, αν του παίρνω ό,τι μου ζητάει, θα το βοηθήσω, γιατί θα χαίρεται και θα ξεχνάη την στενοχώρια για την αναπηρία του. Ναι, αλλά πως να το κάνω αυτό; Έχω άλλα πέντε μικρά παιδιά, που ζηλεύουν, γιατί δεν καταλαβαίνουν». «Τι είναι αυτά; του λέω. Αυτά είναι μια ψεύτικη παρηγοριά· δεν είναι λύση. Αν του παίρνης τώρα όποιο φόρεμα σου ζητάει, μετά από λίγα χρόνια θα σου ζητήση να του πάρης και μερσεντές. Πως θα τα βγάλης πέρα; Ύστερα θα μάθη ότι μερικοί έχουν αεροπλάνα στην ταράτσα τους και θα σου ζητάη να του πάρης αεροπλάνο! Τι θα κάνης τότε; Προσπάθησε να βοηθήσης το παιδί σου να χαρή που έχει ένα μάτι. Να αισθάνεται ότι είναι μάρτυρας. Πολλούς Μάρτυρες τους έβγαζαν τα μάτια, τους έκοβαν τα αυτιά, την μύτη, και ο κόσμος γελούσε μαζί τους. Αυτοί όμως, ενώ υπέφεραν από τον πόνο και από την κοροϊδία των ανθρώπων, δεν υποχωρούσαν και υπέμειναν ακλόνητοι το μαρτύριο. Αν το παιδί καταλάβη και αντιμετωπίση με δοξολογία την αναπηρία του, ο Θεός θα το κατατάξη με τους Ομολογητές. Μικρό πράγμα είναι να οικονομήση ο Θεός να βγάλουν το μάτι του παιδιού με τέτοιο τρόπο, που να μην πονέση, και να το κατατάξη με τους Ομολογητές; Γιατί αυτό δεν έχει αμαρτίες να εξοφλήση και θα έχη καθαρό μισθό από αυτήν την αναπηρία». Με ευχαρίστησε ο καημένος και έφυγε αναπαυμένος. Πράγματι βοήθησε το κοριτσάκι του να καταλάβη ότι η αναπηρία του ήταν ευλογία από τον Θεό και να δοξολογή τον Θεό. Έτσι μεγάλωσε φυσιολογικά, σπούδασε φιλολογία και τώρα εργάζεται ως καθηγήτρια και χαίρεται πιο πολύ από άλλες κοπέλες που τα έχουν όλα και βασανίζονται, γιατί δεν έχουν συλλάβει το βαθύτερο νόημα της ζωής.

- Όταν οι άνθρωποι δεν καταλάβουν το βαθύτερο νόημα της ζωής, βασανίζονται και με τις ευλογίες και με τις ευκαιρίες που τους δίνει ο Θεός για την σωτηρία τους. Ενώ, όποιος τοποθετείται σωστά, όλα τα χαίρεται. Και κουτσός να είναι, το χαίρεται! Και να μην του κόβη πολύ, το χαίρεται. Και φτωχός να είναι, το χαίρεται.

Καταλαβαίνω βέβαια πόσο δυσκολεύονται οι ανάπηροι και προσεύχομαι πολύ γι’ αυτούς, και πιο πολύ για τις κοπέλες. Για ένα αγόρι μια αναπηρία δεν είναι και τόσο βαρύ· για μια κοπέλα όμως, που θέλει να αποκατασταθή, είναι δύσκολο.

Ιδίως οι τυφλοί πόσο δυσκολεύονται! Οι καημένοι δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν· όταν περπατούν, σκοντάφτουν... Στην προσευχή μου ζητώ από τον Θεό να δώση στους τυφλούς τουλάχιστον λίγο φως, για να μπορούν κάπως να αυτοεξυπηρετούνται.

- Γέροντα, κι εγώ στεναχωριέμαι που δεν μπορώ να διαβάσω έστω ένα κεφάλαιο από το Ευαγγέλιο, γιατί δεν βλέπω καλά. Μας έχετε πει πως, αν διαβάζη κανείς κάθε μέρα ένα κεφάλαιο, αγιάζεται.

- Γιατί να στενοχωριέσαι γι’ αυτό; Αν διαβάσης λίγους στίχους ή μόνο μία λέξη ή απλώς ασπασθής το Ευαγγέλιο, δεν αγιάζεσαι; Άλλωστε εσύ δεν γνώρισες τώρα τον Χριστό. Γιατί δεν μελετάς νοερά όσα διάβασες ή όσα άκουσες μέχρι τώρα; Όλη η βάση είναι η σωστή τοποθέτηση. Να πης: «Τώρα ο Θεός με θέλει έτσι, πριν από λίγα χρόνια με ήθελε αλλιώς». Ένας ευλαβής δικηγόρος στα γεράματά του δεν έβλεπε και μου είπε μια φορά: «Κάνε, άγιε Γέροντα, προσευχή να μπορώ λίγο να διαβάζω και να γνωρίζω τα προσφιλή μου πρόσωπα». «Τα προσφιλή πρόσωπα τα γνωρίζεις και από την φωνή, του είπα. Όσο για το διάβασμα, τόσα χρόνια διάβαζες. Τώρα να λες την ευχή. Φαίνεται ότι τώρα ο Θεός αυτό θέλει από σένα». Και από τότε ο καημένος ένιωθε μεγαλύτερη χαρά από ό,τι όταν έβλεπε.

Ο ουράνιος μισθός 
για την αναπηρία

Όταν έχουμε κάποια αναπηρία, αν κάνουμε υπομονή και δεν γκρινιάζουμε, τότε έχουμε μεγαλύτερο μισθό. Γιατί όλοι οι ανάπηροι αποταμιεύουν. Ένας κουφό αυτί, ένας τυφλός από το τυφλό μάτι, ένας κουτσός από το κουτσό πόδι. Είναι μεγάλη υπόθεση! Αν κάνουν και λίγο αγώνα κατά των ψυχικών παθών, θα έχουν να λάβουν και στεφάνια από τον Θεό. Βλέπεις, οι ανάπηροι πολέμου παίρνουν σύνταξη, παίρνουν και παράσημα.

Όποιος έχει ομορφιά, λεβεντιά, υγεία, και δεν αγωνίζεται να κόψη τα ελαττώματά του, θα του πη ο Θεός: «Απήλαυσες στην ζωή σου τα αγαθά σου, την λεβεντιά σου! Τι σου χρωστώ τώρα; Τίποτε». Ενώ όποιος έχει μια αναπηρία – είτε έτσι γεννήθηκε, είτε την κληρονόμησε από τους γονείς του, είτε την απέκτησε αργότερα -, πρέπει να χαίρεται, γιατί έχει να λάβη στην άλλη ζωή. Όταν μάλιστα δεν έχη φταίξει, θα έχη καθαρό ουράνιο μισθό, χωρίς κρατήσεις. Δεν είναι μικρό πράγμα μια ολόκληρη ζωή να μην μπορή κάποιος λ.χ. να απλώση το πόδι του, να μην μπορή να καθήση, να μην μπορή να κάνη μετάνοιες κ.λπ. Στην άλλη ζωή ο Θεός θα του πη: «Έλα, παιδί μου, κάθησε πια αιώνια άνετα σ’ αυτήν την πολυθρόνα». Γι’ αυτό λέω, χίλιες φορές να είχα γεννηθή καθυστερημένος διανοητικά, τυφλός, κουφός, γιατί θα είχα να λάβω τότε από τον Θεό.

Οι ανάπηροι, εάν δεν γογγύζουν, αλλά δοξολογούν ταπεινά τον Θεό και ζουν κοντά Του, θα έχουν την καλύτερη θέση στον Παράδεισο. Ο Θεός θα τους κατατάξη με τους Ομολογητές και τους Μάρτυρες, που έδωσαν για την αγάπη του Χριστού τα χέρια και τα πόδια τους, και τώρα στον Παράδεισο φιλούν με ευλάβεια συνέχεια τα πόδια και τα χέρια του Χριστού.

- Και όταν, Γέροντα, κάποιος είναι λ.χ. κουφός και γκρινιάρης;

- Και τα μικρά παιδιά γκρινιάζουν. Ο Θεός σε πολλά δεν δίνει σημασία. Βλέπετε, οι καλοί γονείς αγαπούν όλα τα παιδιά τους εξίσου, αλλά δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα αδύνατα ή τα ανάπηρα. Το ίδιο κάνει και ο Θεός, ο Καλός μας Πατέρας, για τα παιδιά Του που είναι αδύνατα σωματικά ή πνευματικά, αρκεί αυτά να έχουν αγαθή διάθεση και να Του δίνουν το δικαίωμα να επεμβαίνη στην ζωή τους.

Τα καθυστερημένα παιδιά

Οι μάνες που έχουν καθυστερημένα παιδιά, που κάνουν συνέχεια σκηνές, που λερώνουν, τι τραβάνε οι καημένες! Μαρτύριο! Γνώρισα μια μάνα που έχει κοτζάμ παιδί και δεν μπορεί να το κουμαντάρη, γιατί κάνει κάτι αταξίες!... Το καημένο παίρνει τις ακαθαρσίες και πασαλείβει τα ντουβάρια, τα σεντόνια... Η μάνα να συμμαζεύη, να καθαρίζη το σπίτι, να κάνη όλο το νοικοκυριό, και αυτό να τα κάνη όλα άνω-κάτω, όλα να τα λερώνη. Να κρύβη η φουκαριάρα τα απορρυπαντικά και αυτό να τα βρίσκη και να τα πίνη! Ολόκληρα ντουλάπια τα πετάει κάτω από το μπαλκόνι. Φύλαξε ο Θεός και δεν σκότωσε κανέναν μέχρι τώρα. Και δεν είναι μια μέρα και δυο. Χρόνια ολόκληρα είναι η κατάσταση!

- Μπορεί, Γέροντα, κάποιος που είναι λειψός στο μυαλό να έχη ταπείνωση και καλωσύνη;

- Πως δεν μπορεί! Να, αυτό το παιδάκι που έρχεται συχνά εδώ στο μοναστήρι μπορεί να είναι διανοητικά καθυστερημένο, αλλά την καλωσύνη που έχει αυτό, ποιος λογικός άνθρωπος την έχει; Τι προσευχή, τι μετάνοιες κάνει! Όταν με την κήλη δυσκολευόμουν να κάνω μετάνοιες, του είπαν οι γονείς του: «Ο Παππούλης είναι άρρωστος· δεν μπορεί να κάνη μετάνοιες». Κάνω ‘γω», είπε εκείνο, και έκανε μετά μετάνοιες για μένα και γινόταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Πόσο φιλότιμο, πόση αρχοντιά έχει! Μια φορά το έδειρε ένα παιδί στην γειτονιά, κι εκείνο, αφού έφαγε το ξύλο, του έδωσε το χέρι και του είπε: «Γεια, χαρά!». Ακούς; Ποιος γνωστικός το κάνει αυτό, κι ας έχη διαβάσει Ευαγγέλιο και ένα σωρό πνευματικά βιβλία. Να, και πριν από λίγες μέρες που είχε έρθει εδώ όλη η οικογένεια του να με δη, αυτό κάθησε δίπλα μου και η αδελφούλα του πιο πέρα. Μόλις είδε την αδελφούλα του που κάθησε μακριά μου, «έλα, κοντά Παππούλη», της λέει και την έβαλε δίπλα μου. Πολύ με συγκίνησε και του έδωσα ευλογία έναν μεγάλο φιλντισένιο σταυρό που μου είχαν φέρει από τα Ιεροσόλυμα. Μόλις τον πήρε στα χέρια του, «γιαγιά», είπε και έδειξε πως θα τον βάλη στον τάφο της γιαγιάς του! Φοβερό! Τίποτε δεν θέλει για τον εαυτό του· όλα για τους άλλους! Αυτό θα πάη με τα τσαρούχια στον Παράδεισο, αλλά θα βάλη και τους γονείς του στον Παράδεισο.

Μακάρι να ήμουν και εγώ στην θέση του, και ας μην καταλάβαινα και ας μη μιλούσα. Ενώ ο Θεός μου έδωσε όλα τα αγαθά, εγώ τα αχρήστευσα. Στην άλλη ζωή θα κρύβωνται μπροστά του ακόμη και θεολόγοι. Μου λέει ο λογισμός ότι οι θεολόγοι Άγιοι στον Ουρανό δεν θα είναι σε καλύτερη θέση ως προς την γνώση του Θεού από αυτά τα παιδάκια. Ίσως σ’ αυτά να δώση ο δίκαιος Θεός και κάτι παραπάνω, γιατί εδώ έζησαν στερημένα.

- Γέροντα, όταν μελαγχολή κανείς, τι πρέπει να κάνη, για να το ξεπεράση;

- Χρειάζεται θεία παρηγοριά.

- Και πως θα την πάρη;

- Να γαντζωθή στον Χριστό και ο Χριστός θα του την δώση. Πολλές φορές μπλέκεται το φιλότιμο με τον εγωισμό. Οι περισσότεροι σχιζοφρενείς είναι ευαίσθητες ψυχές. Τυχαίνει να συμβή ένα τιποτένιο πράγμα ή κάτι που δεν μπορούν να το αντιμετωπίσουν και υποφέρουν πολύ. Άλλος σκοτώνει άνθρωπο και είναι σαν να μη συμβαίνη τίποτε, ενώ ένας ευαίσθητος, ένα γατάκι αν πατήση λίγο στο πόδι κατά λάθος, υποφέρει και δεν κοιμάται από την στενοχώρια του. Και άμα δεν κοιμηθή δυο-τρία βράδια, μετά φυσικά θα τρέξη στον γιατρό.

- Γέροντα, η ψυχολογία λέει ότι, για να βοηθηθή ένας ψυχοπαθής, πρέπει να λείψη το αίτιο.

- Ναι, αλλά αν υπάρχη αίτιο. Γιατί μερικές φορές, ενώ κάποια πράγματα είναι φυσιολογικά, δικαιολογούνται κατά κάποιον τρόπο, οι άνθρωποι μπαίνουν σε λογισμούς, που πάνε να παλαβώσουν. «Μήπως έχω κάτι κληρονομικό; μήπως δεν είμαι καλά;», λένε. Γνώρισα ένα παλληκάρι που σπούδαζε, διάβαζε έντεκα ώρες το εικοσιτετράωρο και έπαιρνε υποτροφία. Βοηθούσε και την οικογένεια του, γιατί ο πατέρας του ήταν άρρωστος. Στο τέλος κουράστηκε, γιατί ήταν ευαίσθητο· είχε συνεχώς πονοκεφάλους και με πολύ κόπο πήρε το πτυχίο. Είχε μετά λογισμούς μήπως ήταν κληρονομικό. Τι κληρονομικό; Μα και μόνον αν διαβάζη κανείς έντεκα ώρες την ημέρα, θα πάθη υπερκόπωση, πόσο μάλλον να βοηθάη και τους γονείς και να είναι και ευαίσθητος.

- Γέροντα, ένα παιδί παρουσίασε κάποια μελαγχολία μετά την αυτοκτονία του πατέρα του. Μήπως είναι κληρονομικό;

- Μπορεί να τραυματίσθηκε ψυχικά το παιδί. Δεν είναι απόλυτο ότι αυτό είναι κληρονομικό. Ύστερα δεν ξέρουμε και ο πατέρας σε τι κατάσταση βρέθηκε και αυτοκτόνησε. Βέβαια, ένα παιδί που ο πατέρας του είναι κλειστός εκ φύσεως χρειάζεται βοήθεια. Γιατί, αν συνεχίση και αυτό να είναι κλειστό – έχει και τον λογισμό μήπως είναι κάτι κληρονομικό -, μπορεί να αρρωστήση.

Ο Θεός πάντοτε επιτρέπει να δοκιμασθή ο άνθρωπος όσο αντέχει, αλλά προστίθενται και οι κοροϊδίες των ανθρώπων, οπότε κάμπτεται η ψυχή από το επιπλέον βάρος και γογγύζει. Τους τρελλούς οι άνθρωποι τους αποτρελλαίνουν. Στην αρχή η τρέλλα οικονομιέται. Παλιά δεν υπήρχαν ψυχιατρεία και, αν ήταν κανείς τρελλός, τον έκλειναν σε κάποιο δωμάτιο με σιδεριές! Ήταν μια. Περαιτέρω την έλεγαν, που την είχαν κλεισμένη στο σπίτι! Τα παιδιά την πετροβολούσαν, την κορόιδευαν. Αγρίευε η φουκαριάρα, έπιανε τις σιδεριές, φώναζε και ό,τι έβρισκε μπροστά της το πετούσε έξω! Στην άλλη ζωή όμως θα δης η Περιστέρω να ξεπερνάη πολλές γνωστικές.

Θυμάμαι και μια άλλη περίπτωση. Ήταν μια οικογένεια που η μεγάλη κόρη τους ήταν λίγο λειψή, αλλά είχε πολλή καλωσύνη. Ήταν σαράντα ετών, αλλά ήταν σαν πέντε. Τι σκηνές της έκαναν μικροί-μεγάλοι! Μια φορά την άφησαν οι γονείς της να μαγειρέψη κι εκείνοι πήγαν στο χωράφι. Θα ερχόταν ο αδελφός της από το χωράφι, για να φέρη τα καλαμπόκια, και θα έπαιρνε το φαγητό να το πάη στο χωράφι να φάνε οι γονείς τους και οι εργάτες. Μάζεψε η καημένη από τον κήπο κολοκυθάκια, μελιτζάνες, φασολάκια και τα είχε έτοιμα να τα μαγειρέψη. Πάει η μικρότερη αδελφή της, που ήταν σωστός πειρασμός, τραβάει τον γάιδαρο από το αυτί και τον βάζει και τα τρώει όλα! Άντε μετά η καημένη να πάη να μαζέψη άλλα. Και δεν είπε τίποτε. Μέχρι να τα ετοιμάση ξανά, ήρθε ο αδελφός της, και αυτή μόλις τότε έβαζε φαγητό στην φωτιά. Ξεφόρτωσε τα ζώα και, όταν είδε ότι δεν ήταν έτοιμο το φαγητό, της έδωσε ένα ξύλο! Τι ταλαιπωρία περνούσε κάθε μέρα! Η μάνα της η φουκαριάρα παρακαλούσε να πεθάνη πρώτα η κόρη της και μετά αυτή, γιατί σκεφτόταν ποιος θα την φρόντιζε. Και πράγματι, πέθανε πρώτα η κόρη και ύστερα η μάνα.

Πάντως, αυτοί που δεν είναι καλά στο μυαλό, είναι καλύτερα από πολλούς άλλους. Έχουν το ακαταλόγιστο και χωρίς εξετάσεις περνούν στην άλλη ζωή.

Η σωστή τοποθέτηση των γονέων 
για την αναπηρία των παιδιών τους

Υπάρχουν μητέρες που, αν διαπιστωθή κατά την εγκυμοσύνη ότι το παιδάκι που θα γεννήσουν θα είναι ανάπηρο ή διανοητικά καθυστερημένο, κάνουν έκτρωση και το σκοτώνουν. Δεν σκέφτονται ότι και αυτό έχει ψυχή. Πόσοι πατέρες έρχονται και μου λένε: «Το δικό μου το παιδί να είναι σπαστικό; Γιατί να το κάνη έτσι ο Θεός; Δεν μπορώ να το αντέξω». Πόση αναίδεια προς τον Θεό έχει αυτή η αντιμετώπιση, πόσο πείσμα, πόσο εγωισμό. Αυτοί, να τους βοηθήση ο Θεός, να γίνουν χειρότεροι. Κάποτε ήρθε στο Καλύβι με τον πατέρα του ένας φοιτητής που είχε πάθει το μυαλό του από λογισμούς και του είχαν κάνει ηλεκτροσόκ. Το καημένο είχε στρυμωχθή πολύ από το σπίτι του. Είχε και μια ευλάβεια! Έκανε μετάνοιες και χτυπούσε το κεφάλι του κάτω στο χώμα. «Μήπως λυπηθή το χώμα ο Θεός, έλεγε, και λυπηθή και εμένα που το χτύπησα». Δηλαδή μήπως λυπηθή ο Θεός το χώμα που πόνεσε από το δικό του χτύπημα και λυπηθή κι εκείνον. Μου έκανε εντύπωση! Αισθανόταν τον εαυτό του ανάξιο. Όποτε ζοριζόταν, ερχόταν στο Όρος. Του τακτοποιούσα τους λογισμούς, περνούσε έναν-δυο μήνες καλά και ύστερα πάλι τα ίδια. Ο πατέρας του δεν ήθελε να βλέπουν οι γνωστοί τους το παιδί, γιατί θιγόταν η υπόληψή του. Υπέφερε από τον εγωισμό του. «Εκτίθεμαι στον κόσμο με τον γιο μου», μου είπε. Μόλις το ακούει το παιδί, του λέει: «Βρε, να ταπεινωθής. Εγώ είμαι τρελλός και κινούμαι άνετα. Θα με βάλης σε καλούπια; Να ξέρης ότι έχεις ένα τρελλό παιδί και να κινήσαι άνετα. Ο μόνος είσαι που έχεις τρελλό παιδί;». Σκέφθηκα: «Ποιος είναι τώρα από τους δυο τρελλούς;».

Βλέπετε που οδηγεί πολλές φορές ο εγωισμός; Να θέλη ο πατέρας ακόμη και την καταστροφή του παιδιού του! Και στον κόσμο όταν ήμουν, γνώριζα έναν καθυστερημένο διανοητικά, που οι συγγενείς του, όταν πήγαιναν κάπου με καμμιά συντροφιά, δεν τον έπαιρναν μαζί τους, για να μη ντροπιασθούν! Και εμένα με κορόιδευαν, επειδή καταδεχόμουν να συζητάω μαζί του. Εγώ όμως τον είχα σε καλύτερη θέση στην καρδιά μου από ό,τι εκείνους.

......
 RHODES ISLAND ORTHODOXY RODOS / ΝΗΣΟΣ ΡΟΔΟΣ ΕΛΛΑΔΑ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ
......

Το κακό είναι που οι σημερινοί άνθρωποι, επειδή η αμαρτία έχει γίνει μόδα, αν δουν έναν να μην ακολουθή το ρεύμα της εποχής, να μην αμαρτάνη, να είναι λίγο ευλαβείς, τον λένε καθυστερημένο, οπισθοδρομικό. Αυτοί οι άνθρωποι το να μην αμαρτάνουν το θεωρούν προσβολή και την αμαρτία την θεωρούν πρόοδο! (Γέροντας Παϊσιος)
Copyright 2015 © Ορθόδοξη Ρόδος News.
Από το Blogger.
prosfores-rodou | rhodes-market | supersport123.gr | rodos-news | ειδησεις ροδου | livegreektvonline